Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Σάββατο 14 Μαΐου 2011

95. Γεγονότα που μεσολάβησαν μέχρι την εκταφή των πτωμάτων


Οι ένοπλοι του χωριού ήταν αδύνατο να επιστρέψουν πάλι στο χωριό, μια και η περιοχή ολόκληρη έμενε ανταρτοκρατούμενη και οι περισσότεροι κάτοικοι του Χελιού κατέβηκαν στο Ναύπλιο μαζί με τις οικογένειες τους, όσα βέβαια μέλη είχαν γλιτώσει από το μαχαίρι των ανταρτών. Οι ένοπλοι άνδρες είχαν ενταχθεί στα Τάγματα Ασφαλείας μέχρι και τον Οκτώβρη του 1944 που πραγματοποιήθηκε η αποχώρηση των Γερμανών από τον Ελληνικό χώρο.
Δεν είχαν περάσει πολλές ημέρες από τη σφαγή των ομήρων και ένα πρωινό παρουσιάστηκε στο χωριό περιστοιχιζόμενος από πολλούς μαχητές αντάρτες, ο Κωνσταντίνος Μάρας, υπεύθυνος του ΕΑΜ Πελοποννήσου και πολιτικός καθοδηγητής της ίδιας περιοχής, ο οποίος προσποιούμενος άγνοια για όσα στο χωριό είχαν συμβεί, έχυνε κροκοδείλια δάκρυα για τον άδικο χαμό τόσων ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους ήσαν και τα πρώτα του εξαδέλφια, Γεώργιος Μάρας και η σύζυγος του Μαγδαληνή, που στο σπίτι τους τον φιλοξενούσαν για πέντε ολόκληρα χρόνια, όταν εξόριστος από την δικτατορία του Μεταξά, βρισκόταν στο Χέλι.
Ούτε τα εξαδέλφια του βρήκε ζωντανά, μα ούτε και το σπίτι που τον φιλοξενούσε τα πέντε αυτά χρόνια, υπήρχε πια και αυτό μαζί με τα υπάρχοντα του είχε μεταβληθεί σε ένα σωρό από ερείπια, έπειτα από τη φωτιά που είχαν βάλει οι αντάρτες στο χωριό. Έκλαιγε και οδύρετο, λέγοντας πως αν τον είχαν ειδοποιήσει έγκαιρα, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει τέτοιο κακό στο χωριό που ήταν και δική του πατρίδα.
Κανένας όμως στο χωριό δεν μπορούσε να πιστέψει ποτέ, ότι όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί σε αυτό και που είχαν συνταράξει το πανελλήνιο, έγιναν χωρίς τη γνώση του Γενικού πολιτικού υπευθύνου της Πελοποννήσου Κωνσταντίνου Μάρα. Ο Κώστας Μάρας έδωσε υποσχέσεις στο χωριό πως τίποτα άλλο δεν επρόκειτο να συμβεί σε αυτό. Μα τι άλλο μπορούσε να συμβεί πέρα από το γεγονός, ότι ογδόντα πέντε συνολικά άτομα σφάχτηκαν κατά τον αγριότερο τρόπο και πάνω από πενήντα σπίτια είχαν γίνει παρανάλωμα του πυρός, μαζί με τα υπάρχοντα τους μέσα.
Κατάλαβε τότε και ο ίδιος πως μέσα στο χωριό, ανάμεσα στους πατριώτες του, δεν είχε πια καμιά θέση και αναγκάστηκε να φύγει το γρηγορότερο, χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει στο χωριό έστω και σαν επισκέπτης.
Έτσι οι Χελιώτες βυθισμένοι στη θλίψη και στην απόγνωση, περνούν τον καιρό τους, αναλογιζόμενοι το μεγάλο κακό που απροσδόκητα τους είχε βρει, λίγους μόνο μήνες, πριν από την αποχώρηση των κατακτητών από τη χώρα μας και θρηνούσαν έτσι άλλα ογδόντα πέντε θύματα, που προστέθηκαν στα είκοσι εννέα πρώτα θύματα των Γερμανών , συνολικά εκατόν δέκα τέσσερα θύματα μέσα σε δύο μήνες, άνθρωποι αθώοι που είχαν πληρώσει με τη ζωή τους την απερισκεψία ορισμένων ατόμων μέσα από το χωριό, οι οποίοι αρκέστηκαν να προστατέψουν μόνο το δικό τους τομάρι, αδιαφορώντας για τη ζωή των άλλων και για τους συγγενείς τους ακόμα τους οποίους εγκατέλειψαν στο έλεος των σφαγιαστών.
Μετά την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, τα Τάγματα Ασφαλείας στο Ναύπλιο διαλύθηκαν και όλοι οι Ταγματασφαλίτες Χελιώτες διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη, αρκετοί δε από αυτούς κατέφυγαν στην Αθήνα, για να σώσουν το κεφάλι τους, αφού κανείς δεν τους ήξερε και επομένως ήσαν ασφαλείς. Εκεί στην Αθήνα βρέθηκε μεταξύ των άλλων και ο Παπαγιώργης, χωρίς ράσα και χωρίς γένια, περιμένοντας και αυτός να ηρεμίσουν τα πράγματα για να ξαναγυρίσει πάλι στο χωριό.
Και ενώ όλοι οι Έλληνες γιορτάζουν την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τους βάρβαρους κατακτητές, μονάχα οι Χελιώτες δεν γιορτάζουν παρά θρηνούν τους δικούς τους ανθρώπους που η μοίρα τους έταξε να μη γευθούν τη λευτεριά της πατρίδας τους. Πικρό είναι το παράπονο των περισσοτέρων από τους συγγενείς των θυμάτων, γιατί οι άνθρωποι τους που σήμερα δεν υπάρχουν πια στη ζωή, είχαν βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, των Γερμανών και των ανταρτών.
Τι να ειπούν οι άμοιροι αυτοί και που να εκφράσουν τον πόνο τους και το παράπονο τους αναλογιζόμενοι πως ενώ οι Γερμανοί κατακτητές σκότωσαν είκοσι εννέα ανθρώπους τους και δύο μήνες αργότερα ήλθαν οι αντάρτες Έλληνες τώρα αυτοί και πήραν από κοντά τους ότι είχαν αφήσει οι Γερμανοί, γονείς, αδέλφια, παιδιά των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς, για να τους σφάξουν έπειτα αυτοί κατά τον αγριότερο τρόπο.
Από το ένα μέρος οι οικογένειες αυτές κατηγορήθηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους σαν αριστερές και συνεργαζόμενες με τους αντάρτες του ΕΑΜ και δύο μήνες αργότερα οι ίδιες οικογένειες κατηγορήθηκαν από τους αντάρτες σαν αντιδραστικές και εξοντώθηκαν τελείως, ενώ αυτοί που ουσιαστικά υπηρέτησαν και τους αντάρτες και τους Γερμανούς, δεν έπαθαν τίποτα.
Οι γενιές που έρχονται ας κρίνουν τα γεγονότα αυτά και ας δικαιώσουν ή καταδικάσουν κατά τη δική τους κρίση, τις σκέψεις αυτές των απογόνων όλων των θυμάτων της κατοχής.