Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ο Ψυχαναλυτικός χαρακτήρας του Νάρκισσου και της Ηχούς στο μύθο του Οβίδιου

Ο Νάρκισσος σύμφωνα με τον Οβίδιο ήταν γιος της Νύμφης Λειριώπης και του ποταμού Κηφισού. Η μητέρα του ζήτησε ένα χρησμό από το μάντη Τειρεσία για τη ζωή του κι αυτός προφήτευσε ότι θα ζούσε πολλά χρόνια, αρκεί να μη γνώριζε τον εαυτό του.
«Νάρκισσο είπε η μάνα το παιδί· κι όταν γι’ αυτό ρωτήθηκε ο μάντης αν του ‘λαχε πολύχρονη ζωή ως τα βαθιά γεράματα φτασμένη, η απόκριση που δόθηκε ήταν Ναι, όσο καιρό δε θα νογάει ποιος είναι».
Ο Οβίδιος μας εξιστορεί ότι όταν ο Νάρκισσος έγινε δεκαέξι ετών, Θνητές κόρες και Νύμφες, αλλά και νέοι ερωτεύτηκαν τον πανέμορφο Νάρκισσο, όμως εκείνος απείχε από κάθε ερωτική σχέση. Η άρνηση του όμως να ενδώσει στα αισθήματα των άλλων ήταν και η αιτία μίας ατελείωτης δυστυχίας, καθώς ο ίδιος παρέμεινε ασυγκίνητος στον έρωτα θνητών γυναικών και νυμφών, μεταξύ των οποίων και της Ηχούς.
Η νύμφη Ηχώ, πριν ερωτευθεί το νάρκισσο, με τη φλυαρία της απασχολούσε την Ήρα, προκειμένου ο Δίας ανενόχλητος να συνευρίσκεται ερωτικά με τις άλλες νύμφες. Θυμωμένη η Ήρα, μόλις αντιλήφθηκε το σχέδιο της νύμφης, της στέρησε το χάρισμα της ομιλίας και την καταδίκασε, όπως περιγράφει ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις, να είναι Αντιφωνήτρα, να επαναλαμβάνει δηλαδή τους τελευταίους ήχους των άλλων.
«Το ‘πε και το ‘κανε η θεά. Έτσι η Ηχώ όταν ακούει λόγια αντιλαλεί μονάχα τα στερνά και την ουρά διπλώνει της κουβέντας. Είδε λοιπόν το Νάρκισσο αυτή να τριγυρνά στ’ απόμερα αγροτόπια και ‘νοιωσε της αγάπης πυρετό…».
Η Ηχώ μετά την απόρριψη της αγάπης της από το Νάρκισσο κρύφτηκε στα δάση και τα βουνά όπου κανείς δεν την ξαναείδε, χρησιμοποιώντας τις σπηλιές και τις χαράδρες για κατοικία της. Κατά την διάρκεια αυτής της περιπέτειάς η Ηχώ γινόταν όλο και πιο αδύναμη, τόσο, ώστε στο τέλος το σώμα της χάθηκε και απέμεινε μόνο η φωνή της. Παρ’ όλα αυτά μας λέει ο μύθος, οι θεοί από οίκτο τη μεταμόρφωσαν σε πέτρα, ως ένα αρχετυπικό σύμβολο της ψυχικής της κατάστασής.
Μία τέτοια δυστυχία δεν θα μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Όταν η Νέμεσης, η θεά της εκδίκησης, έμαθε την ιστορία, αποφάσισε να τιμωρήσει το Νάρκισσο τον οποίο παρέσυρε σε μία λίμνη. Ο Νάρκισσος μέσα στην απόλυτη ηρεμία, μαγεμένος από την αντανάκλασή του να καθρεφτίζεται στο νερό μιας πηγής, μένει να κοιτάζει το είδωλό του στη λίμνη, αδιαφορώντας για τον έρωτα της νύμφης Ηχούς. Εκεί μαρμαρώνει από την απελπισία του, καθώς δεν εκπληρώνεται ο έρωτάς που νοιώθει για τον εαυτό του, μέχρι που πεθαίνει. Παρ’ όλα αυτά οι θεοί τον λυπήθηκαν και στον τόπο όπου πέθανε φύτρωσε ο Νάρκισσος, ένα λουλούδι που στο εξής θα έφερε το όνομά του. Θέλοντας με αυτό τον τρόπο ο Οβίδιος, όπως και στην Ηχώ, να δώσει μία μεταφορική μεταμόρφωση του ανθρώπινου ψυχισμού σε κάτι άλλο, το οποίο συμβολίζει αρχετυπικά τον χαρακτήρα του Νάρκισσου. Λέγεται μάλιστα πως και μετά το θάνατο του έψαχνε τα χαρακτηριστικά του στα νερά της Στυγός.
Σήμερα τόσο η  λέξη «Ναρκισσισμός», όσο και η λέξη  «Ηχώ» βρίσκουν την αρχική τους ερμηνεία στο μύθο αυτό.


Ο Νάρκισσος ερωτεύεται την εξιδανικευμένη εικόνα του, αλλά δε μπορεί να αγαπήσει πραγματικά τον εαυτό του, ούτε όμως και να κατευθύνει την αγάπη του προς τα έξω. Τον εξαπατά η αντανάκλαση της εικόνας του, αφού δείχνει μόνο το τέλειο, υπέροχο πρόσωπό του, και όχι τον εσωτερικό του κόσμο, το υπαρξιακό του βάθος.
Ο μύθος του Νάρκισσου αφηγείται ουσιαστικά, την τραγωδία της απώλειας του εαυτού μας, μιας και ο θάνατός του Νάρκισσου αποτελεί συνέπια  της καθήλωσής του σε ένα ψευδή εαυτό. Έναν εαυτό, ο οποίος δεν έχει εξοικειωθεί με συναισθήματα που δεν του είναι αποδεκτά (όπως ο πόνος, η ζήλια, η θλίψη, η οργή, η έλλειψη και άλλα). Κάτι που τον οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο θάνατο ή σύμφωνα με την εκδοχή του Λατίνου ποιητή Οβίδιου, σε ένα όμορφο λουλούδι το οποίο φυτρώνει στις πλαγιές των λιμνών, ώστε μεταμορφωμένο να βλέπει τον εαυτό του θαυμάζοντάς τον.  Ο Οβίδιος ξέρει να μεταμορφώνει τους ήρωες του (τον Νάρκισσο στο ομώνυμο λουλούδι, την Ηχώ σε πέτρα, αλλά και τόσους άλλους όπως τη Νιόβη, τη Δάφνη κλπ.) αποδίδοντας έτσι παραμορφωμένη την αδιέξοδη ψυχική τους κατάσταση.
Η λέξη ναρκισσισμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1910 στα γραπτά του Freud, σε μια εκτενή σημείωση που προστέθηκε στην Τρίτη έκδοση του βιβλίου του «Three Essays on the Theory of Sexuality». Ο Φρόιντ  τοποθετεί το ναρκισσισμό ως ένα δεδομένο στάδιο σεξουαλικής εξέλιξης που αφορά και τα δύο φύλα, ανάμεσα στον αυτοερωτισμό μίας αρχικής νηπιακής κατάστασης –κατά τον Γάλλο ψυχαναλυτή και ψυχίατρο Ζακ Λακάν, που γεννήθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το στάδιο του καθρέφτη- και τον επαναπροσανατολισμό του Εγώ στην αγάπη για τον άλλον. Μία αγάπη που ανακαλεί την επανασύνδεση του Εγώ με το θηλασμό της μητέρας ή την πατρική προστασία. Οι ίδιες απόψεις περιγράφονται από τον Φρόιντ στο σημαντικό βιβλίο του «Τοτέμ και Ταμπού» το 1913.
Μέσα από αυτό το μύθο ο Φρόιντ προτείνει να κοιτάξουμε ποιες είναι οι βασικές σχέσεις του ανθρώπου όταν ξεκινάει τη ζωή του; Ο άνθρωπος ουσιαστικά ξεκινάει μέσα από μία σχέση με το εαυτό του, η οποία δεν ξεχωρίζεται από τον άλλο και σιγά σιγά προχωράει σε σχέσεις που αναγνωρίζουν τον άλλο σαν ξεχωριστό από μας, για να φτάσουμε σε αυτό που λέμε αναγνώριση της ετερότητας του άλλου και την αναγνώριση της ετερότητας μέσα μας. Την αναγνώριση δηλαδή της σεξουαλικότητας μας, της σχέσης του συνειδητού με το ασυνείδητο κλπ. Κάτι το οποίο θα τονίσει και ο Ηράκλειτος λέγοντας «πως κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί από αυτό που δεν δύει ποτέ;» μία φράση που αργότερα θα χρησιμοποιηθεί για να προσδιορίσει το ασυνείδητο μέσα μας.
Αν και ο μύθος έχει τις απαρχές του αρκετούς αιώνες πίσω, η φιγούρα του Νάρκισσου παραμένει πολύ κοντά στον αποξενωμένο και απόκοινωνικοποιημένο μοντέρνο άνθρωπο του δυτικού πολιτισμού. Εξάλλου πάντα θα αγαπάμε τον άλλο στο βαθμό που αντικρίζουμε το είδωλό μας σε αυτόν, δηλαδή θα καθρεφτιζόμαστε στην αγάπη του. Δυστυχώς όμως αυτό δεν είναι ποτέ αρκετό για κανέναν, μιας και το «Εγώ» πάντα θα ανεβάζει το δείκτη των προσδοκιών του για τον άλλο, με σκοπό να εκπληρώσει τις αδηφάγες ανάγκες του.