Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Ο Παναγιώτης Ιωάννου Μπιμπής και η Ιστορία του Αραχναίου

  Απο το μπλοκ

Μικρή Πατρίδα Μεγάλη Αγάπη


https://arachnaio-heli.blogspot.gr/


 

(Παναγιώτη Ι. Μπιμπή, «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002, εξώφυλλο του βιβλίου). 

 

Πάνε δεκατέσσερα χρόνια από τότε που εκδόθηκε αυτό το βιβλίο και οκτώ χρόνια από τότε που έφυγε από κοντά μας ο συγγραφέας του, και όμως, ως τώρα παρέμενε ανεκπλήρωτο το χρέος μου να του αποδώσω την τιμή που νοιώθω ότι αξίζει. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!

Πρόκειται για ένα εξαίρετο πόνημα, το οποίο και συνιστά την μοναδική έως τώρα συστηματική καταγραφή της ιστορίας του χωριού μας από τα αρχαία χρόνια ως τις μέρες μας. Συγγραφέας του είναι ο Παναγιώτης Ιωάννου Μπιμπής, γέννημα-θρέμμα του ίδιου αυτού τόπου.

Ο Παναγιώτης γεννήθηκε στο Αραχναίο το 1925. Γονείς του ήταν ο Ιωάννης Δημητρίου Μπιμπής και η Αναστασία Γεωργίου Μανώλη. Υπήρξε το προτελευταίο παιδί από τα δέκα, συνολικά, παιδιά και το τελευταίο αγόρι από τα έξι αγόρια της οικογενείας.

(Στον Παρθενώνα ο Παναγιώτης (πίσω δεξιά), με τον αγαπημένο του πατέρα Ιωάννη Δημ. Μπιμπή (εμπρός αριστερά) και με άλλους συγγενείς από την Επίδαυρο, περ. 1943.)

Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο του Αραχναίου και το Γυμνάσιο Ναυπλίου. Μετά την απελευθέρωση από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όπου και εφοίτησε για έναν χρόνο περίπου.

Ο εμφύλιος πόλεμος, όμως, που ενέσκηψε, άλλαξε τα σχέδιά του, όπως και όλων σχεδόν των Ελλήνων, καθώς αποδεκάτισε την ήδη πληγείσα από τους Γερμανούς κατακτητές οικογένεια του και επέβαλε την στράτευσή του. Αποστρατεύθηκε το 1951 οπότε και συνέχισε τη φοίτηση.
 
Έλαβε πτυχίο των Μαθηματικών το 1955. Από τότε και για 31 έτη υπηρέτησε στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Στην αρχή, διορίσθηκε ως Καθηγητής Μαθηματικός στο Γυμνάσιο Καρπενησίου, όπου άφησε δυνατές αναμνήσεις στους μαθητές του. Τυχαίνει να γνωρίζω αξιόλογο  κύριο με μακρά διαδρομή στον χώρο των εκδόσεων, ο οποίος είχε υπάρξει μαθητής του στο Καρπενήσι το διάστημα εκείνο, και στο άκουσμα του ονόματος εξέφρασε τον άσβηστο ακόμη θαυμασμό που διατηρούσε για τον παλιό και αυστηρό καθηγητή του καθώς και πολλές ολοζώντανες ζεστές αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα.

Όμως και η εναπομείνασα οικογένειά του στο χωριό έφερε υπερηφάνως το γεγονός ότι γέννησε τέτοιο άξιο τέκνο, μια και την δύσκολη εκείνη εποχή ήταν πολύ σπάνιο να σπουδάζει κάποιο παιδί με αγροτική προέλευση. Συνήθως οι σπουδές στην πρωτεύουσα απαιτούσαν υπέρμετρες θυσίες και η καθημαγμένη ελληνική οικογένεια δεν είχε την πολυτέλεια για δίδακτρα, ενοίκιο και διατροφή. Οι σπουδαγμένοι συγχωριανοί ήταν ελάχιστοι, και φυσικό ήταν να αποτελούν κρυφό καμάρι των οικογενειών τους.    

Από το Καρπενήσι μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Άστρους και στο Γυμνάσιο Θηλέων Άργους. Κατόπιν, ανέλαβε Γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο Μεγαλοπόλεως και Λυκειάρχης στα Λύκεια Μεγαλοπόλεως, 1ο Ναυπλίου και 1ο Άργους. Κατά τα τελευταία πέντε χρόνια της ευδόκιμης υπηρεσίας του, υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Μέσης Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος. Παραιτήθηκε το 1986 αφήνοντας πίσω του ως παρακαταθήκη  μια χρηστή και ικανή διοίκηση, μακριά από ίντριγκες, καθώς και την παραγωγή σημαντικού έργου με ανέγερση νέων σχολείων στον Νομό. Αποδέκτης των θετικών εντυπώσεων που άφησε ο Παναγιώτης Ι. Μπιμπής στο πέρασμά του από τον χώρο της Μέσης Εκπαιδεύσεως υπήρξε και η γράφουσα, καθώς βρέθηκα να επιτελώ το ίδιο με αυτόν λειτούργημα και τα επώνυμά μας συνέπιπταν λόγω συγγενείας.
 
Εν τω μεταξύ, είχε δημιουργήσει με την Αργείτισσα Μαρία Πάτσιου μια όμορφη οικογένεια με δύο παιδιά, την Αναστασία και τον Γιάννη, και τέσσερα εγγόνια. Η Αναστασία διατηρεί Φαρμακείο στο κέντρο του Άργους, ενώ ο Γιάννης, που υπήρξε επιτυχημένος οικονομολόγος και οικογενειάρχης, χάθηκε απροσδοκήτως πολύ νωρίς, γεγονός που δεν μπόρεσε ο Παναγιώτης Μπιμπής να ξεπεράσει ποτέ.

 
(Στο Αραχναίο, όπου παρήγετο καπνός μέχρι προσφάτως.)

Εκτός από την οικογένειά του, βαθιά μέσα του φώλιαζε και μια άλλη μεγάλη αγάπη: αυτή για την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Χέλι, και την εκεί οικογένειά του.

Η μοίρα έδοξε ο Παναγιώτης να προέρχεται από μια οικογένεια η οποία επλήγη πρωτοφανώς από τις πολεμικές εξελίξεις της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου πολέμου στο Αραχναίο της Αργολίδος. Γι’ αυτό και το βιβλίο αυτό αποτέλεσε έργο ζωής, καθώς εύγλωττα μαρτυρεί και η αφιέρωσή του:

«Στους γονείς μου,

Στα αδέλφια μου

Και σε όλους τους πεσόντες στους ιερούς αγώνες της φυλής μας».

 
(Ο Παναγιώτης (δεξιά) με δύο από τους τρεις αδερφούς του τους οποίους εκτέλεσαν οι Χιτλερικοί Γερμανοί και χαφιέδες. Αριστερά Χρήστος Μπιμπής  και στο μέσον Γεώργιος Μπιμπής)

Αυτή η ιερή «δέσμευση» και αγάπη τον παρακινούσαν, ειδικά από τον χρόνο της συνταξιοδότησής του, να αφιερώνει πολύ μεγάλο μέρος του χρόνου του στην έρευνα της τοπικής ιστορίας και του λαϊκού πολιτισμού του χωριού του.            Ασχολήθηκε με πάθος ως αυτοδίδακτος και κατόρθωσε να ανακαλύψει, να καταγράψει και να διασώσει πολύτιμες πτυχές της ιστορίας και της λαογραφίας του χωριού. Σε μια εποχή πριν από το Διαδίκτυο και την ψηφιοποίηση των πηγών και του υλικού, ταξίδευε συχνά στην Αθήνα και αφιέρωνε άπειρες εργατοώρες στις μεγάλες Βιβλιοθήκες της Αθήνας και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, για να ερευνά και να γράφει. Έτσι, κατέστη ειδήμων σε ζητήματα της τοπικής ιστορίας και δη του Αραχναίου.

(Ο Παναγιώτης με τη νύφη του Βασιλική (θυγ. Χρ. Α. Τζαρίμα), την υπέργηρη μητέρα του Αναστασία, την σύζυγό του Μαίρη και τον μοναδικό επιζήσαντα από τους αδερφούς του μετά τις καταστροφές του 1944  αδερφό του Αναστάσιο, περ. 1970)

Οι καρποί των ερευνών του αποκρυσταλλώθηκαν αφ’ ενός σε δύο δημοσιευμένες μελέτες και αφ’ ετέρου σε αδημοσίευτο υλικό. Οι δημοσιευμένες μελέτες  είναι α) «ΤΟ ΧΕΛΙ  Και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002 και β) «ΛΗΣΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΛΙ», Άργος 1995 και είναι εξαντλημένες. Και τις δύο τις εξέδωσε μετά πολλών κόπων και ιδίοις εξόδοις σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Το αδημοσίευτο υλικό περιλαμβάνει μία ατελή μελέτη με θέμα «ΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», καθώς και άλλες αποσπασματικές και αυτοβιογραφικές καταγραφές.

Είναι αλήθεια ότι, αν και μαθηματικός, στηρίχθηκε ευσυνείδητα σε μια πλούσια και έγκριτη ιστορική βιβλιογραφία καθώς και στις προφορικές μαρτυρίες ζώντων πληροφορητών αλλά και στις δικές του μνήμες και κατάφερε να δείξει πολύ νωρίς το δρόμο στους επιγενομένους. Έτσι, η προσφορά του είναι κυρίως αποτέλεσμα αγάπης, πάθους, εργατικότητας και αίσθησης χρέους και όχι επιστημονικής εξειδίκευσης, γεγονός που αναγνώριζε και ο ίδιος. Αυτό, όμως, όχι μόνο δεν μειώνει την αξία του εγχειρήματος αλλά και το καθιστά άξιο θαυμασμού και μίμησης.

Όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει στον πρόλογο του εν λόγω βιβλίου, επιδίωξή του ήταν «να σκιαγραφήσω μπροστά σε όλους τους αναγνώστες την Ιστορία του χωριού μου και την συμβολή αυτού σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της φυλής μας από την εποχή που η πατρίδα μας υποδουλώθηκε στους Τούρκους μέχρι και σήμερα».

Όπως προαναφέρθηκε, οι μορφωμένοι, διανοούμενοι και επιστήμονες, στα μέσα του 20ου αι., ήταν πολύ λίγοι και γι’ αυτό σημαντικοί. Είχαν συνείδηση, επομένως, του ηγετικού ρόλου που καλούντο να υπηρετήσουν στη μικρή κοινωνία όπου εγκαθίσταντο. Περισσότερο δε οι Δάσκαλοι κάθε βαθμίδας είχαν, κατά κανόνα, αναπτύξει έντονη βιωματική σύνδεση με τους προγόνους τους και τον τόπο τους και ανταποκρινόμενοι άδολα στα προστάγματα της Ιστορικής και Λαογραφικής Επιστήμης εμφορούντο από την επιθυμία να αναδιφήσουν στο παρελθόν του τόπου τους και να αποδώσουν τις τιμές που αρμόζουν στους αγώνες της φυλής τους. Στον απόηχο των συνταρακτικών πολέμων που είχαν προηγηθεί αλλά και εν όψει της επελαύνουσας μεταπολεμικής αστικοποίησης, η οποία ανέτρεψε άρδην τις κοινωνίες του μεσοπολέμου και ιδιαιτέρως τις αγροτικές, οι κατά τόπους διανοούμενοι, εμπνεόμενοι από πηγαίο πατριωτισμό, αγωνιούσαν να διασώσουν ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του τόπου, ποικίλες, δηλαδή, εκφάνσεις του λαϊκού βίου και πολιτισμού οι οποίες χάνονταν ή μεταλλάσσονταν με ραγδαίο τρόπο.

Έτσι και ο Παναγιώτης Μπιμπής, ξεπερνώντας τον αρχικό δισταγμό και το δέος μπροστά σε ένα τέτοιο εγχείρημα, ομολογεί πως προέβη σε «αυτή την τόλμη από απέραντη αγάπη προς τον τόπο της καταγωγής μου, βέβαιος για την αγαθή μου πρόθεση» και πως αισθάνεται εθνική υπερηφάνεια καθώς αναλογίζεται «το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας και περισσότερο με την σκέψη ότι για τη δημιουργία του ένδοξου αυτού παρελθόντος της πατρίδας μας συμμετείχαν ενεργά οι δοξασμένοι πρόγονοί μας από το ορεινό και παραμελημένο για πολλές εκατονταετίες χωριό μας».


Ως μεγαλύτερο και ενδοξότερο γεγονός της πατρίδας μας τα τελευταία χρόνια κατονομάζει την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού κατά την Επανάσταση του 1821. Έχει ισχυρή την πεποίθηση ότι η Εθνική Ανεξαρτησία οφείλεται στον αγώνα όλων των Ελλήνων, και ειδικότερα η Αργολιδοκορινθία συνέβαλε πάρα πολύ, καθώς στο έδαφός της διεξήχθησαν «οι μεγαλύτερες μάχες στις πιο κρίσιμες φάσεις της Επανάστασης και εδώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέστη τις μεγαλύτερες πανωλεθρίες».

Ερευνώντας το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821 στην Εθνική Βιβλιοθήκη, αντέγραψε ακαταπόνητα τα χειρόγραφα από τους ατομικούς φακέλους των Χελιωτών Αγωνιστών και τα αντίγραφα αυτά τα παραθέτει στο βιβλίο του. Ιδιαιτέρως δε προβάλλει την πατριωτική δράση του καταγόμενου από το Χέλι Γεωργίου Λύκου, ο οποίος επί τουρκοκρατίας είχε αναπτύξει πλούσια δράση εναντίον των Τούρκων ως μεγάλος κλεφταρματωλός στην Κορινθία, ενώ, όταν ξέσπασε η Επανάσταση του ’21, ηγήθηκε πολλών Χελιωτών και έγινε ο οπλαρχηγός Καπετάν-Γεωργάκης Χελιώτης, που έδωσε πολλές μάχες στο πλάι του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και άλλων Οπλαρχηγών. Χρησιμοποιεί δε το παλαιό -προ των αρχών του 20ου αι.- όνομα του Αραχναίου, «Χέλι», επειδή έτσι αναφέρεται στις ιστορικές πηγές από τις οποίες άντλησε τις πληροφορίες του.

(Η Μονή Ταλαντίου, αγαπημένο μοναστήρι όλων των συγχωριανών. Εδώ το Καθολικό και τα νότια κελιά μετά την αναπαλαίωση, 2015)

Ιδιαίτερο κεφάλαιο του βιβλίου αφιερώνει ο συγγραφέας στο Μοναστήρι του χωριού, την Ιερά Μονή Ταλαντίου που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και που βρίσκεται στην καρδιά όλων των συγχωριανών. Όπως προκύπτει από ιστορικά έγγραφα, η ιστορία της Μονής αναπτύσσεται παράλληλα με την ιστορία όλου το χωριού.

Η ιστορική του περιήγηση δεν θα μπορούσε, φυσικά, να μη συμπεριλάβει και τα νεώτερα, οδυνηρά γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου, στα οποία πλήρωσε ο ίδιος, η οικογένειά του αλλά και όλο το χωριό, βαρύτατο φόρο αίματος. Τον πατέρα του, τέσσερις αδερφούς του, τη γυναίκα του αδερφού του, τον άνδρα της μιας αδερφής του (για να αναφέρουμε μόνο τους στενούς συγγενείς), έχασε το 1944  από τις καταδρομικές επιχειρήσεις των Γερμανών κατακτητών τον Μάϊο και από την κατάπτυστη αδερφοκτόνο μανία των ανταρτών τον Αύγουστο. Παρ’ όλη την πατριωτική του ανάμειξη στην αντίσταση και το μέγεθος των προσωπικών του απωλειών σε ανθρώπους, η καταγραφή του είναι ψύχραιμη και αντικειμενική. Οι ογδόντα πέντε Χελιώτες (παιδιά, γυναίκες και γέροι) που συνελήφθησαν από τους αντάρτες από το προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου, σύρθηκαν αλυσοδεμένοι όμηροι και σφαγιάσθηκαν κτηνωδώς στην ξερή στέρνα  της Μονής Αγνούντος, προστέθηκαν  στους είκοσι εννέα πατριώτες τους οποίους είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων σε δυσανάλογο μέγεθος θυσίας για ένα χωριό δύο χιλιάδων αθώων ψυχών. Πένθος, ορφάνια, αποκαΐδια και τρόμος απλώθηκαν πάνω από το χωριό. Ανήκουστα γεγονότα, σπουδαία και πολλαπλώς διδακτικά, τα οποία, αν δεν έκριναν την έκβαση της μακροϊστορίας, σφράγισαν, εν τούτοις, ανεξίτηλα τη ζωή και τη μνήμη όλων των κατοίκων ενός ρωμαλέου, σε πλήθος και δυναμικό, αργολικού χωριού.
 
(Χάρτης της Κεντρικής Αργολίδας, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Εν κατακλείδι, η μελέτη αυτή δεν έχει επί της ουσίας τίποτα να ζηλέψει από καταξιωμένα ιστορικά βιβλία. Εξέχοντα χαρακτηριστικά του δημιουργού της είναι η παθιασμένη αναζήτηση, γνώρισμα που παρέμεινε αδιάπτωτο καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του, η αγνή προαίρεση, το συναισθηματικό κίνητρο και η ευγνωμοσύνη προς τους θυσιασθέντες νεκρούς. Και τέλος -γιατί όχι;- και μια αχνή ελπίδα να σχεδιάσουμε με λιγότερα λάθη το μέλλον μέσα από την καλή γνώση του παρελθόντος και της ιστορίας του τόπου μας!
(Το Αραχναίο, Αύγουστος 2007).

 

Μαρία Μπιμπή, Φιλόλογος Προτύπου Βαρβακείου Σχολής

(Φωτογραφικό υλικό από το Αρχείο της ιδίας)