Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

84. Συνέχεια του Μαρτυρίου των Χελιωτών

Οι Γερμανοί μετά την εκτέλεση και αυτών των έξι, μεταφέρανε τους υπόλοιπους άνδρες που είχαν μαζέψει στο Αλώνι και τους έβαλαν όλους μέσα στην αυλή του Σχολείου και εκεί με ισχυρή φρούρηση και ενώ η αγωνία των κρατουμένων κορυφώνεται, γιατί κανένας από αυτούς δεν ήξερε τι θα επακολουθούσε, άρχισε μέσα σε ένα βαρύ κλίμα η διαδικασία της ανάκρισης.

Πρώτα με τη βοήθεια του διερμηνέα που μιλούσε άπταιστα τα Ελληνικά, αλλά φορούσε Γερμανική στολή, κάλεσαν από το πλήθος τον Δημήτριο Μπέλεση και τον ρώτησαν αν ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και αυτός φυσικά αρνήθηκε. Επακολούθησε μια συζήτηση μεταξύ των Γερμανών και στη συνέχεια του είπαν να καθίσει εκεί κοντά σε μία γωνία της αυλής του Σχολείου, ενώ απέναντι του ακριβώς είχαν στηθεί δύο πολυβόλα στραμμένα προς το μέρος που του είχαν υποδείξει να καθίσει και ήταν έτοιμα για δράση.
Στη συνέχεια κάλεσαν τον Αναστάσιο Μπιμπή, για τον οποίον ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία με τον προηγούμενο Δημήτριο Μπέλεση και έστειλαν και αυτόν να σταθεί δίπλα του μπροστά στα πολυβόλα. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή βγαίνει από το πλήθος ο Πρόεδρος του χωριού Χρήστος Πασπαλιάρης, ο οποίος κραυγάζοντας "Ζήτω η Γερμανία - Ζήτω ο Χίτλερ", πλησίαζε προς τους Γερμανούς, πίσω του τον ακολουθούσε ο Ιωάννης Τόσκας (Μαμάκης) και φώναζαν και οι δυο τους προς τους Γερμανούς ότι: " Όλοι εμείς εδώ όχι μόνο δεν είχαμε καμιά συνεργασία με τους αντάρτες και το ΕΑΜ, αλλά αντίθετα οι αντάρτες μας είχαν πιάσει, μας είχαν κρατήσει αρκετό καιρό και είχαμε φάει πολύ ξύλο από αυτούς, επειδή ακριβώς δεν τους ακολουθήσαμε." Και για απόδειξη αυτών ο Ιωάννης Τόσκας έβγαλε τα ρούχα του και έδειξε στους Γερμανούς το σώμα του το οποίον ακόμα ήταν μαύρο από το ξύλο που πολύ πρόσφατα είχε φάει από τους αντάρτες στις Λίμνες. Στη συνέχεια βγήκαν από το πλήθος και άλλα τρία άτομα που τους είχαν δείρει πρόσφατα οι αντάρτες και οι οποίοι ήσαν ο Κατσής, ο Ευάγγελος Βαρδάκας και ο Εμμανουήλ Δεδεμπίλης και έδειξαν και αυτοί τα μελανιασμένα κορμιά τους.
Οι Γερμανοί τους ρώτησαν όλους γιατί οι αντάρτες τους έδειραν έτσι και όλοι απάντησαν: Για το λόγο ότι δεν ήθελαν να τους ακολουθήσουν και δήλωσαν μπροστά στους Γερμανούς ότι ποτέ δεν θα ακολουθήσουν τους αντάρτες του ΕΑΜ, απόδειξη δε τούτου είναι ότι μέχρι την ημέρα αυτή κανένας Χελιώτης δεν είχε βγει στο βουνό με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ.

272

Οι Γερμανοί τότε προσκάλεσαν κοντά τους τον Δημήτριο Μπέλεση και τον Αναστάσιο Μπιμπή και τους ρώτησαν αν είναι παντρεμένοι και πόσα παιδιά έχουν και απάντησαν ο πρώτος ότι είχε τέσσερα παιδιά και ο δεύτερος επίσης τέσσερα, αμέσως δε έδωσαν εντολή και τους άφησαν όλους ελεύθερους, πρώτα αυτούς τους δύο και έπειτα όλους τους συγκεντρωμένους, αφού προηγήθηκε και δήλωση του Προέδρου Χρήστου Πασπαλιάρη ότι: "Όλοι εμείς θα είμαστε πάντα στο πλευρό σας και θα κυνηγάμε τους αντάρτες, ζητάμε όμως γι' αυτό να μας δώσετε όπλα." και συνέχιζαν να κραυγάζουν: "Ζήτω η Γερμανία - Ζήτω ο Χίτλερ" και ο πρόεδρος έδωσε πάλι το λόγο του στους Γερμανούς ότι στο Χέλι δεν θα ξαναπατήσει αντάρτης του ΕΛΑΣ.
Η συγκέντρωση διαλύθηκε και οι Γερμανοί παρότρυναν τους συγκεντρωμένους να πάνε στα σπίτια τους και να μην κυκλοφορεί κανένας έξω μέχρι να τελειώσουν οι επιχειρήσεις. Στο μεταξύ μέσα στο χωριό κυκλοφόρησε η είδηση για το μεγάλο μακελειό που είχε γίνει την προηγούμενη στο Μοναστήρι και στην Τούρμιζα. Οι οικείοι των θυμάτων ανάστατοι κυκλοφορούσαν στο χωριό προσπαθώντας να μάθουν συγκεκριμένα νέα για τους δικούς των.
Η Μητέρα των αδελφών Μπιμπή αγωνιούσε για την τύχη των παιδιών της δεν ήθελε να πιστέψει ότι τα παιδιά της δεν ζούσαν πια. Σκεπτόταν μονάχα ότι τα παιδιά της εκεί στο Μοναστήρι θα πεινούσαν και θα διψούσαν και κάθε ημέρα όσο οι Γερμανοί ήσαν μέσα στο χωριό, ξεκινούσε από το σπίτι της, παίρνοντας μαζί της λίγο νερό και βάδιζε προς το Μοναστήρι για να βρει τα παιδιά της και να τους προσφέρει λίγο νερό και να σβήσει τη δίψα τους, έτσι πίστευε η άμοιρη γυναίκα, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ότι τα παιδιά της βρίσκονταν νεκρά, κοντά στην καλύβα τους, εκτελεσμένα από τα βάρβαρα στίφη των Γερμανών κατακτητών και ότι ημέρες τώρα βρίσκονται άταφα εκεί. Οι Γερμανοί όμως την σταματούσαν στο δρόμο και την γύριζαν πίσω στο χωριό, χωρίς να την αφήσουν να πραγματοποιήσει αυτήν της την επιθυμία. Έκανε πολλές τέτοιες απόπειρες μα πάντα ήταν άτυχη και τυχερή συγχρόνως γιατί οι Γερμανοί δεν την εκτέλεσαν αλλά απλώς την γύριζαν πίσω στο χωριό.

Την δεύτερη ή τρίτη ημέρα ξεκίνησε από το χωριό ο ίδιος ο πατέρας των παιδιών, Μπαρμπαγιάννης για να πάει στο Μοναστήρι και τα κατάφερε να φθάσει μέχρι το Μαρσιάρη, όπου βρήκε εκεί τις δυο νύφες του και τη μικρή του κόρη Κωνσταντίνα και εκεί πληροφορήθηκε για την τύχη των τριών παιδιών του και ύστερα επισκέφθηκε το μέρος της εκτέλεσης και είδε με τα μάτια του τα τρία του παιδιά να κείτονται εκεί νεκροί και άταφοι μέρες τώρα.
Εκεί κοντά όμως βρέθηκαν οι Γερμανοί, οι οποίοι τον έπιασαν και τον μετέφεραν μακρύτερα και ετοιμάστηκαν να τον εκτελέσουν και αυτόν. Προτού όμως τον παραδώσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα του ζήτησαν την ταυτότητα του και του πήραν όλα τα υπάρχοντα στην τσέπη του και ερευνώντας μέσα το πορτοφόλι του βρήκαν ένα χαρτί διπλωμένο, το πήραν, το ξεδίπλωσαν και είδαν ότι στο επάνω μέρος είχε σαν έμβλημα ένα κόκκινο σταυρό. Ο Διερμηνέας που το διάβασε είπε στους Γερμανούς ότι το χαρτί αυτό είναι ένα διοριστήριο έγγραφο από τον Ερυθρό Σταυρό, που τον όριζε μέλος ομάδας του Ερυθρού Σταυρού στο χωριό του, οπότε οι

273

Γερμανοί άλλαξαν γνώμη και τον άφησαν ελεύθερο και του είπαν να πάει αμέσως στο χωριό και να μην ξανα τολμήσει να βγει έξω.
Πράγματι Μπαρμπαγιάννης γύρισε στο χωριό, έχοντας γλιτώσει το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών, χάρις στο χαρτί του Ερυθρού Σταυρού. Γυρίζοντας όμως στο χωριό έφερε και τα μαύρα μαντάτα, ότι ήταν γεγονός πια εκείνο που σαν είδηση κυκλοφορούσε στο χωριό για το μακελειό του Μοναστηριού και της Τούρμιζας. Δεν είχε γίνει όμως ακόμα γνωστό, πόσοι ήσαν συνολικά οι εκτελεσθέντες στις πάρα πάνω περιοχές.
Μετά τα μαντάτα αυτά, θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός είχε ξεσπάσει στα σπίτια των θυμάτων αυτών. Οι συγγενείς ούρλιαζαν και καταριόντουσαν τους Γερμανούς αλλά και τους καταδότες αυτών, γιατί ήταν βέβαιο πως κάποιοι από το χωριό είχαν υποδείξει στους Γερμανούς τα άτομα αυτά τα οποία στη συνέχεια εκτέλεσαν οι Γερμανοί. Οι Γερμανοί αναστατώθηκαν και έτρεχαν στα σπίτια για να ιδούν τι συμβαίνει και με την απειλή των όπλων τους ανάγκαζαν όλους όσους φώναζαν να σιωπήσουν και τους απειλούσαν με εκτέλεση.
Στο χωριό μέσα είχε στρατοπεδεύσει η μεγαλύτερη δύναμη των Γερμανών και είχαν εγκατασταθεί άλλοι σε επιταγμένα σπίτια και άλλοι σε αντίσκηνα. Το κέντρο των επιχειρήσεων (Στρατηγείο) το είχαν στήσει στο δυτικό ακρινό μέρος του χωριού, στο σπίτι των αδερφών Οικονόμου (Τσουφέοι), είχαν όμως εγκαταστήσει και πολλά φυλάκια σε διάφορα επίκαιρα σημεία γύρω από το χωριό.