Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

Ο Πεντάγνωμος Μάρτης και το αρχαιοελληνικό έθιμο της Κρόκης


  Κατά το αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου και ονομαζόταν Primus. Μετά το 46 π.Χ. ονομάστηκε Μάρτιος, έγινε ο τρίτος μήνας του χρόνου. Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή ιστορία, οι ιδρυτές της Ρώμης, Ρώμος και Ρωμύλος, ονόμασαν Μάρτιο, τον πρώτο μήνα του έτους, κατά το αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο, προς τιμήν του πατέρα τους και γενάρχη των Ρωμαίων, του θεού Άρη.
Η ετυμολογία του λατινικού ονόματος του θεού Άρη, είναι η εξής: το όνομα "Mars", δηλαδή "Άρης", σύμφωνα με τον Οβίδιο, προέρχεται από το ουσιαστικό "mas, maris", που σημαίνει ανδροπρεπής, αρσενικός άρα αυτός που προσιδιάζει σε πολεμικό χαρακτήρα, σε πολεμιστή. Αντίστοιχα, ο μήνας Μάρτιος είναι ο πρώτος μήνας της άνοιξης, μετά τα κρύα και την κακοκαιρία του χειμώνα, με αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια του μήνα αυτού, να παρατηρούνται, ως κατάλοιπα του χειμωνιάτικου καιρού, έντονες και απότομες θερμοκρασιακές διακυμάνσεις και καιρικές μεταβολές, οι οποίες ευνοούν τα κρυολογήματα και τις γνωστές ανοιξιάτικες ιώσεις. 
Εξ ου και η περίφημη παροιμία: "Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Και σαν τύχει και θυμώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει". Συνεπώς, ο Μάρτης, δηλαδή ο "ελάχιστα συμπαθής" μήνας της άνοιξης, συνδέεται άρρηκτα με τον θεό Άρη, ο οποίος είναι ο λιγότερο συμπαθής από τους θεούς του Ολύμπου, λόγω της πολεμικής του ιδιότητας, της βίαιης φύσης του και της επιζήμιας δράσης του για τον κόσμο. 
Η ετυμολογία του ελληνικού ονόματος του θεού Άρη, είναι η εξής: το όνομα "Άρης" προέρχεται από το αρχαιοελληνικό συνηρημένο ρήμα "αἱρέω-ῶ", που σημαίνει "συλλαμβάνω, κυριεύω" ή από το "ἀναιρέω-ῶ", που σημαίνει "φονεύω, σκοτώνω', υποδηλώνοντας και επιβεβαιώνοντας την πολεμική και επιζήμια για τους ανθρώπους, δράση του θεού Άρη. {Άρης = πλήγμα, βλάβη, ἀρά (= κατάρα) για τους θνητούς}.
Η αντιστοιχία του Μαρτίου με το αρχαίο αττικό ημερολόγιο είναι κατά το πρώτο 15νθήμερο με τον 8ο μήνα τον Ανθεστηριώνα, κατά δε το 2ο 15νθήμερο με τον 9ο τον Ελαφηβολιώνα. 
Ήταν ο μήνας που γιόρταζε η Δήλος τον μουσηγέτη θεό της, ενώ γιορτάζονταν επίσης και ο Διόνυσος των Ελευθερών, μιας μικρής κωμόπολης στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας. Αργότερα οι πολυήμερες γιορτές των «Διονυσίων εν άστει» στην Αθήνα ξεπέρασαν σε μεγαλείο όλες τις άλλες παρόμοιες γιορτές της περιφέρειας.  
 Σύμφωνα με τον Νικόλαο Γ. Πολίτη, πατέρα της ελληνικής Λαογραφίας, "ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες μια καλή, ανοιχτόκαρδη και γελαστή και μια σκουντουφλιάρα και θυμώδισσα που πάντα κλαίει. Κι όταν πάει στη γελαστή γίνεται κι ο καιρός γελαστός κι όταν πάει στη σκουντουφλιάρα ο καιρός χαλάει".
Εξ ου και τα πολλά επίθετα που του αποδίδονται: Κλαψόγελος, Καψομάρτης, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Ανοιξιάτης, Παλαβιάρης. Κλαψομάρτη, Φυτευτή.
  Ένα από τα πιο διαδεδομένα έθιμα, που προέρχεται από την αρχαιότητα, είναι και η τοποθέτηση από τις μανάδες την 1η Μαρτίου ενός μικρού βραχιολιού από άσπρο και κόκκινο νήμα που ονομάζεται Μάρτης, στο χέρι των παιδιών τους για να μην τα μαυρίσει ο Ήλιος. Ο «Μάρτης» θεωρείται ότι προστάτευε τις κοπέλες από το κάψιμο του ήλιου. Η ρίζα του εθίμου λέγεται πως φτάνει ως τα Ελευσίνια Μυστήρια. Η Κρόκη, ήτανε ένα σύμπλεγμα κόκκινης και λευκής κλωστής ή υφάσματος. Κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων, μόλις οι μύστες περνούσαν τη γέφυρα που οδηγούσε προς τη θάλασσα, ελάμβανε χώρα μια ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα εκδήλωση.
 Ήταν γνωστή ως κρόκωσις, από το μυθικό Κρόκωνα, τον πρώτο κάτοικο της περιοχής, οι απόγονοι του οποίου είχαν το προνόμιο να δένουν μια μάλλινη κρόκη, μια πορφυρή ή κατά άλλες πηγές λευκή κορδέλα, γύρω από το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι κάθε μύστη. Η τελετή, η κρόκωσις, γινόταν στην Αθήνα μεταξύ 15ης και 19ης Βοηδρομιώνος, για να αποφευχθούν καθυστερήσεις που θα προέκυπταν φυσιολογικά εάν γινόταν καθ' οδόν, στη διάρκεια της πομπής. Από εκείνο το σημείο, η Ιερά Οδός και ο σύγχρονος δρόμος συγκλίνουν και πάλι μέχρι το τέλος της διαδρομής. Μόλις περνούσαν τη γέφυρα, ελάμβανε χώρα η περίφημη Κρόκωση.
Πριν φτάσει στον προορισμό της η Πομπή διέσχιζε τον Ελευσινιακό Κηφισό. Πάνω στην γέφυρα, περίμεναν άντρες με καλυμμένα τα κεφάλια οι οποίοι εκτόξευαν προσβολές εναντίον σημαινόντων πολιτών. 

 

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Ιασονας - Αποσυμβολισμος στη μυθικη ζωη του

Βάσω Δενδροπούλου
Ο Ιάσονας ήταν απόγονος του Αιόλου, γιος της Αλκιμέδης ή της Αμφινόμης ή της Θεογνήτης και του Αίσονα του αδελφού του βασιλιά της Αιωλκού Πελία.
Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, ο Αίσονας στον οποίο ανήκε δικαιωματικά η Ιωλκός καταδιώχθηκε από τον ετεροθαλή αδερφό του Πελία, γιο της Τυρώς από τον Ποσειδώνα. Ο πατέρας του, επειδή φοβόταν τον αδερφό του που του είχε πάρει το θρόνο, παρέδωσε τον Ιάσονα στον Κένταυρο Χείρωνα για να τον μεγαλώσει, αλλά τον επισκεπτόταν συχνά. Ο Ιάσονας, ενήλικος πλέον, έλαβε μέρος σε μια γιορτή που διοργάνωσε ο Πελίας, στην Ιωλκό, αφήνοντας τον αγρό του, που βρισκόταν από την άλλη όχθη του Άναυρου ποταμού. Αλλά καθώς περνούσε μέσα από το ποτάμι, έχασε το ένα σανδάλι του κι έφτασε στο δείπνο του Πελία φορώντας μόνο το ένα.

Η φορεσιά του ήταν παράξενη: καλυμμένος με δέρμα πάνθηρα, κρατούσε ένα δόρυ σε κάθε χέρι και το πιο σπουδαίο το αριστερό του πόδι ήταν ξυπόλυτο.
Ο Ιάσονας έμεινε πέντε μέρες και πέντε νύχτες στο σπίτι του πατέρα του. Την έκτη μέρα, παρουσιάστηκε στον Πελία και του απαίτησε την εξουσία που νόμιμα του ανήκε. Όταν τον είδε ο Πελίας, θυμήθηκε το χρησμό πως θα σκοτωνόταν από κάποιον μονοκρήπιδα ή μονοσάμβαλον, και τον ρώτησε τί θα έκανε άν γνώριζε ότι κινδύνευε από έναν πολίτη. Κι ο Ιάσονας, υπακούοντας, ίσως, στην Ήρα που του έβαλε τη σκέψη, του απάντησε πως θα τον έστελνε να φέρει το χρυσόμαλλο δέρας που βρισκόταν στη Κολχίδα. Έτσι κι έγινε, κι ο Πελίας, ελπίζοντας πως ο Ιάσονας δεν θα επέστρεφε ποτέ από αυτή την περιπέτεια, τον τοποθέτησε επικεφαλής της ομάδας των πολεμιστών - των Αργοναυτών - που με το πλοίο Αργώ, ξεκίνησαν για την Κολχίδα.

Ο Ιάσονας, επιφορτισμένος να αναζητήσει το Χρυσόμαλλο δέρας ζήτησε τη βοήθεια του Άργου, γιου του Φρίξου. Ο Άργος,ναυπήγησε την Αργώ, το καράβι που έφερε τον Ιάσονα και τους συντρόφους του στην Κολχίδα. 'Οταν επέστρεψε από την Κολχίδα με το Χρυσόμαλλο δέρας παντρεμένος με τη Μήδεια, παρέδωσε το δέρμα στον Πελία. Από το σημείο αυτό οι παραδόσεις διαφέρουν.
Άλλες λένε πως έζησε στην Ιωλκό κι απέκτησε ένα γιο τον Μήδειο, κι άλλες λένε πως η Μήδεια με τις μαγείες της σκότωσε τον Πελία πείθοντας τις κόρες του τις Πελιάδες να τον βάλουν να βράσει σ΄ ένα καζάνι για να ξανανιώσει. Όλες οι κόρες, εκτός από την Άλκηστη πήραν μέρος στο φόνο. Ύστερα από το φόνο ο Ιάσονας και η Μήδεια διώχθηκαν από την Ιωλκό και κατέφυγαν στην Κόρινθο.
Εκεί ο Ιάσονας εγκατέλειψε τη Μήδεια και αρραβωνιάστηκε τη Γλαύκη, στην οποία η Μήδεια έστειλε ένα νυφικό φόρεμα που την έκαψε. Η φωτιά μεταδόθηκε στον Κρέοντα και όλο το βασιλικό ανάκτορο κάηκε, ενώ η Μήδεια σκότωσε τα δυο παιδιά τους το Μέρμερο και τον Φέρη, ενώ η Μήδεια δραπέτευσε επάνω σ΄ ένα άρμα μεγαλόπρεπο, δώρο σταλμένο από τον Ήλιο που την οδήγησε στον ουρανό. Ο Ιάσονας, ήθελε να επιστρέψει στην Ιωλκό, όπου βασίλευε ο Άκαστος, γιος του Πελία. Γι΄ αυτό συμμάχησε με τον Πηλέα που ειχε λόγους να είναι θυμωμένος με τον Άκαστο, και με τη βοήθεια των Διόσκουρων κατέστρεψαν την πόλη. Έπειτα βασίλευσαν στην Ιωλκό ο Ιάσονας ή ακόμη ο γιος του ο Θεσσαλός.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

ΟΙ ΠΡΟΕΛΛΗΝΕΣ

ΠελασγοίΜουσικοί

Eιν ολ' αυτά τα πράγματα πολύ παλιά, οι Προέλληνες και o πολιτισμός τους και η γλώσσα τους, όχι όμως και στερημένα γι' αυτό από ενδιαφέρον. 
Στην επιστήμη το παλιό και το νέο είναι ισοδύναμα και ισότιμα. 
Γιατί το παλιό είναι το θεμέλιο του νέου, και το νέο στηρίζεται στο παλιό και προσδιορίζεται από αυτό ανέκκλητα και παντοτινά. 
Να γιατί δε φοβάμαι, μιλώντας για τους Προέλληνες μπροστά σε καλλιεργημένο κοινό, να πω πράγματα ξένα προς το ενδιαφέρον του.
 
Οι Ινδοευρωπαίοι, που τμήμα τους είναι η ελληνική φυλή, ήταν ως την 5η χιλιετηρίδα π. Χ. μια από τις πολλές γλωσσικές φυλές που κατοικούσαν στην Ευρώπη. 
 
Η φυλή όμως αυτή φαίνεται πως ήταν προικισμένη με μια κατακτητική και αφομοιωτική ικανότητα, που από τα αποτελέσματα της θα μπορούσε να χαρακτηριστή εκπληκτική.
 
 Όταν μετά την 5η χιλιετηρίδα π. Χ. άρχισε να διασπάται και να σχηματίζη τους επί μέρους Ινδοευρωπαικούς λαούς, δηλ. τους Έλληνες, Ίνδοιρανούς, Θρακοιλλυριούς, Ίταλοκέλτες, Τεύτονες, Βαλτοσλάβους κ. α., και να απλώνεται προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις, οι άλλες γλωσσικές φυλές της Ευρώπης και της Ασίας που βρέθηκαν στα βήματα της, άλλες αργά και άλλες γρήγορα, δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την υποταγή και τη γλωσσική αφομοίωση τους από τους Ίνδοευρωπαίους. 
 
 Έτσι στην Ασία οι Ινδοί αφομοίωσαν τους μογγολικούς λαούς που κατοικούσαν την απέραντη χώρα του Ινδικού πενταποτάμου. 
 
Οι Χεττίτες, τους παλαιοτέρους λαούς της Μ. Ασίας. Στην Ευρώπη οι Τεύτονες αφομοίωσαν παλαιοτέρους λαούς της βόρειας Ευρώπης, οι Κέλτες τους Λίγυες της Γαλατίας και τους Pritu, δηλ. τους παλαιούς Βρεττανούς της Αγγλίας,
 οι Ιταλοί τους Έτρούσκους κ.ο.κ. 
 
Οι Έλληνες, αφού πέρασαν την πρωτοελληνική, όπως τη λέμε, περίοδο στους κάμπους της Ουγγαρίας και της Σερβίας, και πληθύνοντας αριθμητικά απλώθηκαν γεωγραφικά σε βαθμό ώστε ν° αρχίση η γλώσσα τους να διαφοροποιείται σε διαλέκτους, εμφανίστηκαν γύρω από τον 20° αιώνα π. Χ. στα σημερινά βόρεια σύνορα της χώρας που έμελλε να ονομαστή απ' αυτούς Ελλάδα και να γίνη η οριστική ιστορική  τους κοιτίδα επί 4 000 χρόνια αδιάκοπα, από τότε ως σήμερα.
 Η είσοδο τους στην Ελλάδα δεν έγινε μεμιάς, αλλά σε τρία κύματα, με τρεις διαδοχικές κατακτήσεις. 
Πρώτα κατέβηκαν οι  Ίωνες 1 κατόπι, γύρω στον 17° αιώνα π. Χ., οι Αχαιοί, και τελευταίοι, γύρω στον 12° αιώνα π. Χ., οι Δωριείς.
 
Τη νέα και τελική τους πατρίδα δεν τη βρήκαν οι Έλληνες ακατοίκητη. 
 
Οι χώρες που περιβάλλουν τη Μεσόγειο είναι, όπως όλοι ξέρουμε, κατοικίες αρχαιότατων λαών και κοιτίδες πανάρχαιων πολιτισμών. 
 
Και φυσικά δεν μπορούσε να συμβή διαφορετικά με τη χώρα την πιο επίκεντρη και πιο ευνοημένη από τη φύση και τους κλιματολογικούς όρους, την Ελλάδα. 
 
Αρχαιότατοι μεσογειακοί λαοί μελαχροινοί 2 με δέρμα ψημένο επί χιλιετηρίδες από τον καυτόν ήλιο και την αρμύρα των κυμάτων, φυλετικά και γλωσσικά άσχετοι με τους ξανθογάλανους   Ινδοευρωπαίους, ασκώντας τέχνες, ναυτικό εμπόριο και πειρατεία στις θάλασσες που συνδέουν τις τρεις παλιές ηπείρους, κοσμογυρισμένοι θαλασσοκράτορες, ήταν εγκαταστημένοι ήδη από την 47π χιλιετηρίδα π. Χ. στις ακτές και στα νησιά που περιβρέχονται από το Αιγαίο, το Λιβυκό και το Ιόνιο πέλαγο, δηλ. στα δυτικά της Μ. Ασίας, στην Ελλάδα και στην Ιταλία.
 Ήταν οι φορείς του πολιτισμού που στην αρχαιολογία λέγεται μινωικός η αιγαίος. Τού πολιτισμού με τα πελώρια και πλούσια βασιλικά παλάτια, τα ζωγραφισμένα με τους κρίνους και τα λείρια των κήπων και με τους κρόκους των βουνών, με τους ψηλόλιγνους νέους και τις υπέρκομψες κυρίες.
 
Της αγγειογραφίας με τα θαλάσσια φυτά, ζώα και κοχύλια, που αναδίνουν ακόμα τη θαμπή δροσιά των βυθών4.
 
Όταν οι αιώνες έσβησαν από τη μνήμη των Ελλήνων κάθε θύμηση της καθόδου των από το βορρά, o απλός ελληνικός λαός νόμιζε πιά πως ήταν ανέκαθεν ιθαγενής στη χώρα αυτή, κι έπλασε η ιδιοποιήθηκε από τους εξελληνισμένους τώρα προκατόχους του, ντόπιους κοσμογονικούς μύθους, που τον παρουσίαζαν φυσικό γέννημα και θρέμμα της γης του.
Γιά το λαό οι Προέλληνες είναι απλώς οι πανάρχαιοι πρόγονοι, και η αντίληψη του αυτή βρίσκει κάποτε θέση και στην ποίηση εκείνη που απηχεί λαικές δοξασίες, όπως λ. χ. στον Ησίοδο και στις Ικέτιδες του Αισχύλου, καθώς και στην απλοϊκή Ιστοριογραφία του Ηροδότου (1,56), που ταυτίζει τους Ίωνες με τους Πελασγούς, δηλ. με τους Προέλληνες 5.
 
Άλλα οι Έλληνες συγγραφείς, και ιδίως οι ιστορικοί, δεν ήταν απ' εκείνους που θα μπορούσε να διαφυγή την προσοχή τους ένα τόσο σημαντικό γεγονός, κι ας είχαν περάσει πια τόσοι αιώνες από την εποχή της πρώτης καθόδου. Ούτε ήταν δυνατό να μην τους κάνη εντύπωση το ότι ως την εποχή τους σώζονταν εδώ κι εκεί ανάμεσα τους υπολείμματα αλλόγλωσσων Προελλήνων. Ήδη ο ποιητής της 'Οδύσσειας έλεγε για την Κρήτη :
 
Κατοίκους έχει αρίθμητους και χώρες ενενήντα.
Κάθε λαός κι η γλώσσα του.
Ζουν Άχαιοι στον τόπο, ζοϋνε νησιώτες Κρητικοί, παλληκαριάς ξεφτέρια, και Κύδωνες και Δωρικοί, και Πελασγοί λεβέντες 6.
 

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ


PictureΑσκληπιός, ο θεός της ιατρικής
Θεός της ιατρικής και της υγείας. Σε αυτόν απευθύνονταν οι άνθρωποι, για να ζητήσουν ανακούφιση από τους σωματικούς πόνους τους και θεραπεία για τις αρρώστιες τους.

Με τη γυναίκα του Ηπιόνη απέκτησαν πολλά παιδιά. Την Υγεία,  την Ιασώ, την Πανάκεια. Τον Μαχάονα, προστάτη της χειρουργικής και τον Ποδαλείριο, προστάτη της παθολογίας. 

Το φίδι, το ραβδί και ένα κύπελλο γεμάτο φάρμακο ήταν μερικά από τα σύμβολα του. Προς τιμή του Ασκληπιού τελούνταν γυμνικοί και μουσικοί αγώνες στην Επίδαυρο.


Ο Μαχάονας και ο Ποδαλείριος συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο. Ήταν οι γιατροί των Ελλήνων (Ιλιάδα Δ 193-194 και Λ 517-518).

Ταλθύβι᾽ ὅττι τάχιστα Μαχάονα δεῦρο κάλεσσον
φῶτ᾽ Ἀσκληπιοῦ υἱὸν ἀμύμονος ἰητῆρος,
αὐτίκα δ᾽ ὧν ὀχέων ἐπεβήσετο, πὰρ δὲ Μαχάων
βαῖν᾽ Ἀσκληπιοῦ υἱὸς ἀμύμονος ἰητῆρος·

Η γέννηση του Ασκληπιού

Ήταν γιος του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, κόρης του βασιλιά Φλεγύα. Όταν ο Απόλλων σκότωσε την Κορωνίδα λόγω ζήλιας, επειδή ερωτεύτηκε τον Ίσχυ, το γιο του Έλατου, πήρε το βρέφος και το έφερε στο Πήλιο, όπου το παρέδωσε στη φροντίδα του κένταυρου Χείρωνα. Ο Χείρωνας ανέθρεψε το παιδί, το μόρφωσε στη τέχνη του κυνηγιού και του μετέδωσε τα μυστικά της ιατρικής επιστήμης. (Απολλόδωρος III 10.3)

Η φήμη του νεαρού Ασκληπιού εξαπλώθηκε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, σε βαθμό που λατρεύονταν ως ήρωας. Ήταν ένας ήρωας-θεραπευτής. Σύμβολο του ήταν ένα ραβδί με τυλιγμένα φίδια. Ο Ασκληπιός δεν έφερνε μόνο την υγεία στους αρρώστους, αλλά λέγονταν ότι ανέσταινε και νεκρούς.  
...πρὸς δὲ ταύταις Ἀρσινόην ἐγέννησε. ταύτῃ μίγνυται Ἀπόλλων, ἡ δὲ Ἀσκληπιὸν γεννᾷ. τινὲς δὲ Ἀσκληπιὸν οὐκ ἐξ Ἀρσινόης τῆς Λευκίππου λέγουσιν, ἀλλ᾽ ἐκ Κορωνίδος τῆς Φλεγύου ἐν Θεσσαλίᾳ. καί φασιν ἐρασθῆναι ταύτης Ἀπόλλωνα καὶ εὐθέως συνελθεῖν· τὴν δὲ παρὰ τὴν τοῦ πατρὸς γνώμην [ἑλομένην] Ἴσχυϊ τῷ Καινέως ἀδελφῷ συνοικεῖν. Ἀπόλλων δὲ τὸν μὲν ἀπαγγείλαντα κόρακα καταρᾶται, ὃν τέως λευκὸν ὄντα ἐποίησε μέλανα, αὐτὴν δὲ ἀπέκτεινε. καιομένης δὲ αὐτῆς ἁρπάσας τὸ βρέφος ἐκ τῆς πυρᾶς πρὸς Χείρωνα τὸν Κένταυρον ἤνεγκε, παρ᾽ ᾧ καὶ τὴν ἰατρικὴν καὶ τὴν κυνηγετικὴν τρεφόμενος ἐδιδάχθη...

Η λατρεία του Ασκληπιού

Η λατρεία του Ασκληπιού ξεκίνησε στη Θεσσαλία και ήρθε στην Αθήνα γύρω στο 420 π.Χ. Η λατρεία του γινόταν μέσα σε ιερά που λέγονταν Ασκληπιεία.  Εκεί πήγαιναν οι άρρωστοι για να θεραπευτούν. Το ιερό του στην Αθήνα χτίστηκε στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης, κοντά στο θέατρο του Διονύσου. 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Τα μυστικά των Ημερολογίων


ta-mystika-ton-imerologion
Η αρχιχρονιά, ή Πρωτοχρονιά, όπως έχουμε περισσότερο συνηθίσει να την λέμε, είναι μια από τις πιο αγαπημένες γιορτές των Ελλήνων, αλλά και ολόκληρης σχεδόν της ανθρωπότητας. Έχει καθιερωθεί στους περισσότερους λαούς του κόσμου να γιορτάζουν σαν πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου και είναι γεγονός πλέον η ύπαρξη δορυφορικών εκπομπών από όλες τις χώρες προς όλες τις χώρες της γης, για μια όσο το δυνατόν πιο «συντονισμένη» αλλαγή του χρόνου, παρ’ όλη τη διαφορά της ώρας. Από την Αυστραλία και την Ιαπωνία μέχρι τη Βρετανία και την Ισλανδία, έως τις χώρες της Μεσογείου, οι άνθρωποι γιορτάζουν με χαρά και πανηγυρισμούς την Πρωτοχρονιά, ίσως γιατί κάθε νέος χρόνος φέρνει μαζί του την ελπίδα για καλύτερες μέρες. 
 
Η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν ημέρα της πρώτης του χρόνου από τους Ρωμαίους το 153 π.Χ. Στο Βυζάντιο η 1η Ιανουαρίου υιοθετήθηκε και καθιερώθηκε σαν ημέρα πρωτοχρονιάς το 1000 μ.Χ. 
 
Πριν από το 153 π.Χ., σαν πρώτη του έτους ημέρα, εορταζόταν η 1η Μαρτίου, ενώ σε άλλες περιοχές του τότε γνωστού κόσμου η πρώτη ή η ενδέκατη Σεπτεμβρίου, αλλά και η πρώτη νουμηνία (αρχή της νέας Σελήνης) μετά το θερινό ηλιοστάσιο (21η Ιουνίου), όπως συνέβαινε στο αττικό σεληνιακό ημερολόγιο ή η πρώτη νουμηνία μετά την φθινοπωρινή ισημερία, όπως ίσχυε στο μακεδονικό ημερολόγιο. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα κάτι που συνήθως διαφεύγει της προσοχής μας. Εάν η πρώτη Μαρτίου εκληφθεί σαν η πρώτη ημέρα του χρόνου, τότε δικαιολογείται και μιας άλλη μορφής αρίθμηση των μηνών του έτους, σύμφωνα με την οποία ο Σεπτέμβριος, ο Οκτώβριος, ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος είναι ανιστοίχως ο έβδομος (επτά-Σεπτέμβριος), ο όγδοος (οκτώ-Οκτώβριος) ο ένατος (εννέα-Νοέμβριος] και ο δέκατος (δέκα-Δεκέμβριος) μήνας του χρόνου. Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος είναι ο 11ος και 12ος μήνας αντιστοίχως του έτους σε αυτήν την περίπτωση. Κατανοούμε ότι μέσα από μια εσωτερική μυστική παράδοση όπου ο Μάρτιος είναι ο μήνας της εαρινής ισημερίας, όπου έχουμε ίση ημέρα – ίση νύκτα, ίσο φως – ίσο σκοτάδι και αρχίζει κατόπιν μια σταδιακή αύξηση του φωτός εις βάρος του σκότους μυημένοι των ιερατείων «περνούν» το συμβολισμό της σύλληψης του εμβρύου του θεού του φωτός ή σε άλλο κωδικοποιημένο συμβολισμό την ανάσταση το Θεού. 
 
Γι’ αυτό άλλωστε στην πρώτη περίπτωση από, την 25η Μαρτίου (περίοδος εαρινής ισημερίας) έως την 25η Δεκεμβρίου, ημέρα γέννησης του Χριστού, παρέρχεται χρόνος εννέα μηνών ακριβώς. Το σημαντικότερο, που πρέπει όμως να προσέξουμε εδώ, είναι η καλά κρυμμένη και κωδικοποιημένη σημασία των ημερομηνιών που λαμβάνονται σαν Πρωτοχρονιές. Ενώ λογικά η μετά την γέννηση του Χριστού χρονολόγηση θα έπρεπε να ξεκινά από την 25η Δεκεμβρίου που είναι το σημείο αντιστροφής της χρονολόγησης, όλως περιέργως, ξεκινά μια εβδομάδα αργότερα, την πρώτη Ιανουαρίου, που είναι η πρώτη ενός μηνός, αφιερωμένου στον αγαπημένο Θεό των Ρωμαίων Ιανό, το θεό των θεών, όπως τον αποκαλούσαν. Ο χριστιανικός κόσμος θεωρεί σαν πρώτη ημέρα του χρόνου την πρώτη Ιανουαρίου επειδή αυτή ήταν όπως λέγεται η ημέρα της περιτομής του Ιησού. Ο Γ.Ζ. Κωσταντινίδης γράφει στο λεξικά του της Αγίας Γραφής: «Παρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας η περιτομή του Ιησού Χριστού εορτάζεται μετά οκτώ ημέρας από τα Χριστούγεννα, ήτοι την 1ην Ιανουαρίου». Στο Λουκά διαβάζουμε επίσης: «Όταν συμπληρώθηκαν οκτώ μέρες, έκαναν στο παιδί περιτομή και του έδωσαν το όνομα Ιησούς». Γνωστά σε κάποιους από μας ίσως είναι και κάποια θρακομακεδονικά κάλαντα που ξεκινούν ως εξής: «Πρωτοχρονιά του χρόνου αρχή η του Χριστού περιτομή και η μνήμη του Αγίου του Μεγάλου Βασιλείου». 
 
 
Προκύπτει όμως αμέσως ένα μεγάλο ερώτημα: Αφού η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν Πρωτοχρονιά το 153 π.Χ., πώς είναι δυνατόν να συνέπεσε με τόση ακρίβεια ώστε 153 χρόνια αργότερα ο Χριστός να γεννιέται την 25η Δεκεμβρίου (ημέρα γέννησης και του Μίθρα), ώστε να μεσολαβούν ακριβώς 8 ημέρες μέχρι την περιτομή του, την 1η Ιανουαρίου; Μια θεία χριστιανοκεντρική διαδικασία ελάμβανε υπόψη της ένα παγανιστικό ημερολόγιο, τους Εβραίους, οι οποίοι ακολουθούσαν άλλη ημερολογιακή διαδικασία; 
 
Και κάτι ακόμη: Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι η αρχή της ισχύουσας χρονολόγησης, αλλά και η Πρωτοχρονιά μεχρι τις μέρες μας έχει καθιερωθεί εξαιτίας της εβραϊκής περιτομής του Χριστού και όχι εξαιτίας της γέννησής του; Αλλά και στην Πάτμο, ένα από τα σημαντικά κέντρα του χριστιανισμού, γιατί εορτάζεται η Πρωτοχρονιά το Σεπτέμβριο και αποκαλείται Πρωτοσεπτεμβρία;
Φαίνεται ότι κάτι γκριζοσκότεινο κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Είναι αυτό που ο λαός απλά λέει «το παιχνίδι μοιάζει να είναι στημένο».
Όπως θα δούμε στη συνέχεια εδώ κρύβεται μια πολύπλοκη διαδικτύωση σε πλανητικό επίπεδο κάποιων ιερατείων που άλλοτε συνεργάζονται και άλλοτε περνούν στην αντιπαλότητα.
Στο άρθρο μου (τεύχος 3 του «Ιχώρ») έχω ήδη μιλήσει για τα «ιερατεία βορρά και νότου» που συμβολικά θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε και ιερατεία του αετού και του φιδιού, μιας ουράνιας και μιας χθόνιας λατρείας. Όπου οι θεότητες εμφανίζονται ουράνιες, οι λαοί που τους τιμούν αναπτύσσουν μονοκρατορικά θρησκευτικοπολιτικοκοινωνικά καθεστώτα. Όπου οι λατρείες είναι χθόνιες εμφανίζονται κοινωνίες χωρίς ιδιαίτερες δομές με τάσεις προς την αναρχία. Όπου οι ουράνιες και χθόνιες θεότητες αλληλοδιαπλέκονται, εκεί έχουμε φαινόμενα δημοκρατικής διακυβέρνησης είτε μέσω της διαδικασίας του κλήρου ή μέσω της δημογεροντίας ή από έναν συνδυασμό και των δύο. 
 
 
Η Ρώμη το 506 προχωρά στην δημοκρατία ακολουθώντας την Αθήνα του Κλεισθένη, που ήδη από το 507 με την βοήθεια του Ιερατείου της Ελευσίνας είχε προχωρήσει σε δημοκτατικές μεταρρυθμίσεις. Ο Κλεισθένης καταγόταν από το γένος των Ευμολπιδών που με κληρονομικό δικαίωμα είχαν τον τίτλο των Ιεροφαντών των Μυστηρίων. Εάν ο μυστικός θεός των Ελευσινίων Μυστηρίων είναι ο Ίακχος-Βάκχος-Διόνυσος που συμβολίζεται με τον ταύρο, ένα ζώο σύμβολο δύναμης αλλά και γονιμότητας, αφού οργώνει το χωράφι για να πέσει ο σπόρος, τότε ο θάνατός του από το ξίφος του Μίθρα, μιας ηλιακής θεότητας (σκηνή που συναντάμε συχνά σε αρχαία γλυπτά) σημαίνει το κτύπημα της ουράνιας δύναμης στο ον της γαίας-χθονός που πρέπει να θυσιασθεί για να τροφοδοτήσει και να θρέψει ενεργειακά τους ανώτερους κόσμους.
Η 25η Δεκεμβρίου λοιπόν παραδοσιακά εθεωρείτο στα προ Χριστού χρόνια σαν η ημέρα γέννησης του Μιθρα, ενός άλλου αγαπημένου θεου των Ρωμαίων, ειδικά των Ρωμαίων λεγεωνάριων, που έχουν σαν σύμβολο τον χρυσαετό. Οι λεγεωνάριοι, ακολουθώντας την χαμένη βαθιά στον χρόνο παράδοση των στρατιωτικών μυστικών εταιρειών, είχαν σαν πυρήνα τους μια εξαιρετικής ισχύος μυστική εταιρεία, η οποία λειτουργούσε σαν κινητήριος δύναμή τους. Ήταν η αδελφότητα την Αρβάλων, όπου οι εταίροι λάτρευαν τον Ιανό σαν πατέρα τους, μαζί με την μόνιμη συντροφιά του, τον Γιούπιτερ-Δία, ουράνια οντότητα. Μας επιτρέπεται λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Μίθρας είναι μια μορφή του Απόλλωνος, αλλά και του Διονύσου Ερυθρέως, θεού του πολέμου, που γίνεται Ρούντρα στην Ινδία.
 
 Ο Μίθρας γεννιόταν την 25η Δεκεμβρίου ελπίζοντας ότι θα φέρει με την γέννησή του την ισορροπία στο κοσμικό στερέωμα στον ουρανό και στη γη. Δόξα στα ύψιστα και ειρήνη στη γη. Όμως και ο Ιανός ξεκινούσε τη ζωή του με παρόμοιες προσδοκίες για ισορροπία στον κόσμο και εποπτεία στον πόλεμο και στην ειρήνη.
Οι Μίθρας-Απόλλων-Διόνυσος και ο Ιανός, ο θεός των θεών αποτελούσαν και οι δύο μαζί τις άλλες όψεις της αυτής θεϊκής οντότητας για τους μυημένους Ρωμαίους. Μόνο έτσι προκύπτει λογική συνέχεια στο γεγονός ότι η χρονολόγηση, που ισχύει μέχρι τις μέρες μας και ξεκινά μετά την γέννηση του Χριστού, αρχίζει να λογαριάζεται μια εβδομάδα μετά την γέννηση του Μεσσία. Ο θεός λοιπόν της 25ης Δεκεμβρίου και της 1ης Ιανουαρίου, πέρα από τις φαινομενικές διαφορές, θα πρέπει να είναι η ίδια θεία οντότητα. Μάλιστα πολύ πιθανόν φαίνεται να είναι ότι και η 7η Ιανουαρίου, η αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, προστάτη των Ιωαννιτών, κρύβει μέσα από τους συμβολικούς ήχους τον Ιανό-Ιωάννη. Άλλωστε όλοι γνωρίζουμε την αναφορά στην Αγία Γραφή όπου ο Ιωάννης ο Πρόδρομος φέρεται να έχει υπάρξει στο παρελθόν και σαν προφήτης Ηλίας, δηλαδή σαν ήλιος. Επίσης και το ότι γεννιέται ταυτόχρονα με τον Χριστό δεν είναι μια απλή σύμπτωση. 
 

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Tο δέντρο στην ελληνική μυθολογία

magic-tree

 Παρατήρηση των μεταβολών στον φυτικό κόσμο μέσα στον κύκλο των εποχών, και η συμμόρφωσή του σε αυτές, αποτέλεσε για τον πρωτόγονο άνθρωπο θεμελιώδη προϋπόθεση για την επιβίωσή του. Άμεσα εξαρτημένος από τον κύκλο της βλάστησης, στάθηκε με δέος απέναντι στη Γη και στην αστείρευτη αναπαραγωγική ικανότητά της. Tην αέναη αυτή δύναμη ο πρωτόγονος τη λάτρεψε προσωποποιώντας την στη μορφή της Mεγάλης Θεάς, και τίμησε το φαινόμενο της εποχικής περιοδικότητας της βλάστησης στη μορφή του συζύγου ή εραστή της, του ωραίου «θνήσκοντος» θεού που πεθαίνει και ανασταίνεται κάθε χρόνο.
Πατήστε στην εικόνα για να τη δείτε σε μεγένθυνση Όνομα: 1.jpg Εμφανίσεις: 186 Μέγεθος: 11,0 KB
H λατρεία της Mεγάλης Θεάς συνδέεται κατά κανόνα με το ιερό δέντρο της, αλλά και με το νερό της ζωής, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει βλάστηση χωρίς νερό. Tον χθόνιο χαρακτήρα της θεάς υπογραμμίζει η συσχέτισή της με το φίδι, που η ιδιότητά του να αποβάλλει εποχικά το δέρμα του και να εμφανίζεται αναγεννώμενο οδήγησε νωρίς στην ανάδειξή τους σε χθόνιο σύμβολο ανανέωσης των ζωτικών δυνάμεων της ζωής, σε «αγαθό δαίμονα», σε στοιχειό-προστάτη του «οίκου» με την ευρύτερη έννοια. H μινωική Mεγάλη Θεά εικονίζεται να κρατάει στα χέρια ή να έχει τυλιγμένο γύρω από τον κορμό της ένα φίδι, που συνδέεται και με το ιερό δένδρο της, το δένδρο της ζωής: το μυθικό δέντρο που φυτρώνει στο μέσο του κήπου των Eσπερίδων, μια μηλιά που οι καρποί της χαρίζουν αιώνια νιότη και που τη φυλάει ένα δρακοντόφιδο κουλουριασμένο γύρω της. Mε το ιερό δένδρο είναι επίσης συνδεδεμένα τα πουλιά, που φωλιάζουν στα κλαδιά του και που, αργότερα, τα αναγνωρίζουμε ως ιερά πτηνά καθενός από τους Oλυμπίους θεούς.
 
Στη μινωική λατρεία το κατ’ εξοχήν ιερό δένδρο είναι η ελιά. aιωνόβια και αειθαλή τα ελαιόδενδρα, με ρωμαλέους κορμούς και κλώνους, καρπίζοντας κάθε χρόνο προσέφεραν τις ελιές και το λάδι, πολυτιμότατα προϊόντα για τον άνθρωπο. Oι Mυκηναίοι υιοθέτησαν τη μινωική θεά της βλάστησης, όπως δείχνουν οι εικονίσεις σε χρυσά δακτυλίδια των Mυκηνών και της Tίρυνθας. Ως πολεμικός λαός όμως, τη λάτρεψαν και ως πολεμική θεά ή προστάτιδα των ακροπόλεών τους. Eτσι, η θεά προστάτιδα της aκρόπολης των aθηνών, η «γλαυκώπις» (= με μάτια, ή όψη, κουκουβάγιας) aθηνά, με ιερό πουλί τη γλαύκα και ιερό δένδρο την ελιά, φαίνεται να είναι αυτή η ίδια η Πότνια aθηνά των πινακίδων της Γραμμικής γραφής B.
 
 Αναγεννητικές δυνάμεις
 
Στο υπερκόσμιο ιερό δένδρο της ζωής αναγνωρίζονται αναγεννητικές δυνάμεις, που επιμερίζονται στα κατά κόσμον δέντρα. Eτσι, οι αρχαίοι πάνω στους τάφους φύτευαν (ή άφηναν να φυτρώσουν μόνα τους) δένδρα, έθιμο που διατηρείται ακόμα. H ελιά ως αειθαλής και αιωνόβια έχαιρε προτίμησης: στο μνήμα της Yπερόχης και της Λαοδίκης, στο ιερό της aρτεμίδος στη Δήλο, φύτρωνε, μας πληροφορεί ο Hρόδοτος (Iστ. Δ΄, 33. 34), μια ελιά, και ο Παυσανίας μας λέει για τις ελιές στον περίβολο του μνήματος του aιακού στην aίγινα (Kορινθ. 29,8) και στον τάφο της Iνώς στα Mέγαρα (aττ. 42,7). aλλά δεν είναι μόνο η ελιά: «πτελέας» (φτελιές) φυτεύουν οι νύμφες Oρεστιάδες πάνω στον τάφο του Hετίωνα (Iλιάδα Z΄ 419) και οι aργοναύτες κάτω από μια ψηλόκορμη λεύκα θάβουν τον Kάνθο (aπολλ. aργ. Δ, 1467). Στο μνήμα, τέλος, του Mενοικέα στη Θήβα φύτρωνε μια ροδιά (Παυσ. Bοιωτ. 25,1).
 
Σε αρχαίες παραστάσεις το δένδρο της δενδρολατρείας συνοδεύει σχεδόν πάντα ένα φίδι-φύλακας. Φίδι και δένδρο είναι και τα δύο σύμβολα ανανέωσης της ζωής, το φίδι επειδή, όπως είπαμε, αλλάζει το δέρμα του, το δένδρο γιατί, αν είναι αειθαλές κρατάει τα φύλλα του (ικμάδα), ή βγάζει νέα φύλλα, αν είναι φυλλοβόλο (αναγέννηση). Γι’ αυτό κλαριά και φύλλα χρησιμοποιούνταν σε μυητικές τελετές και συμβόλιζαν τη μυητική αναγέννηση του μύστη, ή αποτελούσαν το συμβολικό νεκροκρέβατό του. Oι Iδαίοι Δάκτυλοι στην Oλυμπία κοιμούνταν, μας πληροφορεί ο Παυσανίας (Hλ. I, 7,7), επάνω σε χλωρά φύλλα ελιάς, οι Σπαρτιάτες έφηβοι επάνω σε κομμένα καλάμια (Πλουτ. Λυκ., 18), η Πυθία επάνω σε δάφνες (Kαλλιμ. Απόσπ. 194,26). Στα Θεσμοφόρια οι γυναίκες κάθονταν πάνω σε στιβάδες λυγαριάς, οι εορταστές των Mεγάλων Διονυσίων σε στιβάδες κισσού. Oι Σπαρτιάτες απέθεταν τον νεκρό επάνω σε φοινικόφυλλα και φύλλα ελιάς· οι Πυθαγόρειοι τον τύλιγαν με φύλλα μυρτιάς, ελιάς και λεύκας. Στην aθήνα έθαβαν τον νεκρό επάνω σε κληματόφυλλα και φύλλα ελιάς. Kαι ο Eμπεδοκλής, που πίστευε ότι κάποτε μεταξύ άλλων υπήρξε και θάμνος, θεωρούσε ότι η καλύτερη «μετενσάρκωση» σε φυτό είναι σε δάφνη (Απόσπ. 117, 127).
 
Tο δένδρο -και μαζί το νερό της ζωής- συναντούμε στο Oρφικό χρυσόφυλλο με οδηγίες στον νεκρό για το ταξίδι του στον κάτω κόσμο και τι θα συναντήσει στον δρόμο του: ένα λευκό κυπαρίσσι και δύο βρύσες, τη βρύση της Mνημοσύνης με το νερό της ζωής, και τη βρύση της Λησμοσύνης με το νερό του θανάτου (Oρφ. aπόσπ. 32α).

Πατήστε στην εικόνα για να τη δείτε σε μεγένθυνση Όνομα: 2.jpg Εμφανίσεις: 123 Μέγεθος: 8,4 KB

Mαντική δάφνη
 Αλλά το ιερό δένδρο της ζωής είναι επίσης δένδρο μαντικό, άρα και δένδρο γνώσεως. Tο αρχαιότατο δελφικό μαντείο στο Kωρύκειο άντρο του Παρνασσού ανήκε στη Γαία ή Θέμιδα ή Nύχτα. Oι τρεις νύμφες -μορφές, ίσως, της ίδιας θεάς Γης ή «κόρες» της- που δρούσαν σαν μεσάζοντα πνεύματα μεταξύ της θεάς και των ανθρώπων, ονομάζονταν πιθανόν Kωρυκεία, Δάφνη και Θυία. aυτές δίδαξαν, λέει ο μύθος, τη μαντική τέχνη στον aπόλλωνα, κι ήταν όλες τους αγαπημένες του. Mόνο η Δάφνη, κόρη του ποταμού Λάδωνα και της Γης, αντιστάθηκε στην επιθυμία του aπόλλωνα να ενωθεί μαζί της, και για να ξεφύγει παρακάλεσε τη μάνα Γη, που τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δένδρο (Παυσ. Φωκ. 7, 8). H δάφνη υπήρξε το μαντικό δένδρο του aπόλλωνα στους Δελφούς μέχρι τέλους, δηλαδή ώς τα τέλη του 4ου μεταχριστιανικού αιώνα, οπότε το δελφικό μαντείο εσίγησε: Eίπατε τω βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά. Oυκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ. «Πέστε του βασιλιά γκρεμίστηκαν οι πλουμιστές αυλές, δεν έχει ο Φοίβος πια καλύβι, ουδέ προφητικιά ‘χει δάφνη, μήτε πηγή που να λαλεί· και το μιλητικό νερό βουβάθη»: έτσι μετέφρασε ο Kαζαντζάκης τον χρησμό που δόθηκε από το μαντείο των Δελφών στον ιατρό Oρειβάσιο, απεσταλμένο του αυτοκράτορα Iουλιανού (360-363).
 

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ - Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΝΙΚΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

O όρος της αστρονομίας «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μία συγκεκριμένη στιγμή του έτους, όταν ο ήλιος βρίσκεται στη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση νοτίως του ισημερινού. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται και για να χαρακτηρίσει το αντίστοιχο σημείο από τη μεγαλύτερη δυνατή απόκλιση της εκλειπτικής από τον ουράνιο ισημερινό. Το χειμερινό ηλιοστάσιο συμβαίνει κάθε χρόνο στο Βόρειο Ημισφαίριο της Γης στις 21 ή 22 Δεκεμβρίου, οπότε παρατηρείται η μικρότερη ημέρα και η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Ορίζεται δε ως η επίσημη έναρξη του χειμώνα. Αντίστροφα, στο Νότιο Ημισφαίριο παρατηρείται η μικρότερη νύχτα του χρόνου και ορίζεται ως η επίσημη έναρξη του καλοκαιριού.


Το «Λιοστάσι» στην λαογραφία Στην Αρχαία Ελλάδα στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου, γιου του Δία και της παρθένου Σεμέλης, τον οποίον αποκαλούσαν «σωτήρα» και «θείο βρέφος», ήταν ο «καλός ποιμένας» και οι ιερείς του κρατούσαν την ποιμενική ράβδο. Τον χειμώνα οι Έλληνες θρηνούσαν για τον σκοτωμό του από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την αναγέννησή του. Ο ήλιος λατρεύονταν από τους Αρχαίους Έλληνες σαν Θεός και τον απεικόνιζαν πάνω σε πύρινο άρμα όπου ξεκινώντας κάθε πρωί σκόρπιζε το φως του στην γη.

Επίσης τον ταύτιζαν με τον Απόλλωνα τον Θεό του φωτός. Με την πάροδο των αιώνων τα γενέθλια του Θεού Ήλιου μετετράπηκαν σε γενέθλια του Υιού του Θεού, παράδοση που πέρασε και στους εκκλησιαστικούς πατέρες. Οι Ρωμαίοι στις 25 Δεκεμβρίου γιόρταζαν τα Βρουμάλια (Brumalia < bruma = η τροπή του Ηλίου), που ήταν αφιερωμένα στη μικρότερη ημέρα του χρόνου και στα γενέθλια του Μίθρα, του ανίκητου Ήλιου (Dies Natalis Solis Invicti), που είχε καθιερωθεί επί αυτοκράτορα Αυρηλιανού το 275. Νωρίτερα, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα Σατουρνάλια (17-23 Δεκεμβρίου), όπου επικρατούσε κλίμα γενικής ευφορίας και ανταλλάσσονταν δώρα. Και οι δύο αυτές γιορτές είχαν αναφορές στα αρχαιοελληνικά Κρόνια.

Στα βυζαντινά χρόνια τα Βρουμάλια διαρκούσαν από τις 24 Δεκεμβρίου έως τις 17 Ιανουαρίου. Τις ημέρες αυτές οι αυτοκράτορες προσέφεραν δώρα στους συγγενείς τους φίλους και στο προσωπικό των ανακτόρων. Η Σύνοδος της Ρώμης το 743 κατάργησε τις γιορτές, θεωρώντας τες ειδωλολατρικές. Οι Χριστιανοί ήδη από τον έκτο αιώνα γιόρταζαν στις 25 Δεκεμβρίου αντί του Μίθρα τον «Ήλιο της Δικαιοσύνης» τον Ιησού Χριστό και τη γέννησή του.

21 Δεκεμβρίου: Χειμερινό Ηλιοστάσιο και η Γέννηση του Διονύσου

Μετά τις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά και η ημέρα να μεγαλώνει.
 
Οι ημέρες γύρω από το Χειμερινό Ηλιοστάσιο έχουν μια σπουδαία αστρονομική σημασία.
 
Στις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο σημείο του, και φαίνεται να στέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει.
 
Μένει σταθερός από τις 21 έως τις 24 Δεκεμβρίου, όπου είναι και οι μικρότερες μέρες του χρόνου. Αυτές τις τρεις ημέρες φαίνεται σαν να πεθαίνει.
 
Τα Ηλιοστάσια και οι Ισημερίες σημειοδοτούν την αρχή κάθε εποχής. Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο είναι η αρχή του χειμώνα, μιας σκληρής εποχής για τα άτομα που ζουν στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης.
 
Οι ιερείς διαφόρων θρησκειών έκαναν δεήσεις προς τον Ήλιο για να μην χαθεί οριστικά κάτω από τον ορίζοντα στην προαιώνια πορεία του προς το Νότιο ημισφαίριο.
 
Μετά τις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά και η ημέρα να μεγαλώνει. Σταματάει τη κίνηση του προς το νότο και στρέφεται προς βορρά. Οι άνθρωποι σε διάφορα σημεία του πλανήτη πανηγύριζαν που ο ήλιος για μια ακόμα φορά πέρασε από το Χειμερινό Ηλιοστάσιο και ξαναγεννήθηκε.
 
Ο ‘Ήλιος λατρεύτηκε από του αρχαίους λαούς σαν Θεός, γι αυτό πολλές θρησκείες είχαν τοποθετήσει σε αυτή την περίοδο πολύ πριν από την έλευση του Χριστιανισμού, τη γέννηση των Θεών τους.
 
Στην αρχαία Ελλάδα στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο γιόρταζαν τη γέννηση του Διονύσου, γιου του Δία και της παρθένου Σεμέλης. Τον αποκαλούσαν «σωτήρα» και «θείο βρέφος». Ήταν ο «καλός ποιμένας», οι ιερείς του οποίου κρατούσαν την ποιμενική ράβδο, όπως συνέβαινε και με τον Όσιρη. Τον χειμώνα θρηνούσαν το σκοτωμό του από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την αναγέννηση του.
 
Οι ιέρειες τότε ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα βρέφος φώναζαν «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε».
 
Ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους Έλληνες σαν θεός, μιας που γι αυτούς ο Ήλιος, ήταν ο δημιουργός των εποχών του έτους, και του κύκλου των φαινομένων και των εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές , από τη σπορά έως τη βλάστηση και από την ανθοφορία έως τη συγκομιδή.
 
Τον απεικόνιζαν πάνω σε ένα πύρινο άρμα να ξεκινά κάθε πρωί, να διατρέχει τον ουρανό και να σκορπίζει το φως στη Γη. Τον ταύτιζαν επίσης με το Φοίβο Απόλλωνα, το θεό του Φωτός.
 
Αναπαριστούσαν την κίνηση του ηλίου με τη ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν κατά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, και μεγάλωνε βαθμιαία όπως αυξανόταν το φως του ηλίου μέχρι την Εαρινή Ισημερία όπου ή ημέρα εξισώνεται με τη νύχτα. Τότε η Ήλιος νικά το σκοτάδι, συμβολίζοντας με αυτό τον τρόπο την αναγέννηση της φύσης μέσα από τη μήτρα της Γης.
 
Η γιορτή αυτή πέρασε και στην αρχαία Ρώμη όπου γιόρταζαν τα Σατουρνάλια, προς τιμή του θεού Κρόνου, αλλά και της θεάς Δήμητρας, όπου θυσίαζαν χοίρους για την ευφορία της Γης. Ήταν μια από τις σημαντικότερες γιορτές και ονομαζόταν «η ημέρα του αήττητου ήλιου».

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Ίρις: Η χρυσόπτερη θεά του Λόγου και της Δικαιοσύνης


iris
Η Ίριδα ήταν κόρη του Θάμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας ή κατ΄ άλλη εκδοχή της Άρκης, την οποία τιμώρησε ο Ζευς διότι κατά την Τιτανομαχία βοήθησε τους Τιτάνες. Ήταν φτερωτή και ορμητική σαν θύελλα, γνωστή ως πιστή και γοργοπόδαρη αγγελιοφόρος των θεών.
Η Ίριδα πετά όπως ο άνεμος ή όπως η πνοή της θύελλας, κατεβαίνει με ταχύτητα από τον ουρανό στη γη, όπως πέφτουν από τα σύννεφα το χιόνι και το χαλάζι.
Φορά χρυσά φτερωτά πέδιλα, χρυσά φτερά, κοντό χιτώνα και κρατούσε στο χέρι κηρύκειο. Στην τέχνη των αρχαίων παριστάνεται ντυμένη με ευρύχωρο χιτώνα, που κυματίζει στον αιθέρα, κρατά στο χέρι κηρύκειο, όπως ο Ερμής και σε μερικές περιπτώσεις, υδρία…
Στην «Θεογονία» του Ησίοδου παρουσιάζεται ως αδερφή των Αρπυιών και κόρη του Θαύμαντος και της ωκεανίδας Ηλέκτρας, γι’ αυτό και ο Ησίοδος την αποκαλεί «Θαυμαντιάς». H Ίρις είχε πολλά επίθετα, όπως για παράδειγμα: πόδας ὠκέα – ποδήνεμος ὠκέα και Θαυμαντιάςή Θαύμαντος (Θυγατέρα του Θαύμαντος, θαυματουργή).
Στην Ιλιάδα του Ομήρου περιγράφεται ως «Ἀελλόπους», δηλαδή «αυτή που τρέχει γρήγορα, που μοιάζει με καταιγίδα». Αυτό το επίθετο της αποδίδεται από τον Όμηρο, επειδή η Ίρις με ένα αγγείο συνήθιζε να ρίχνει επάνω από τα σύννεφα νερό, το οποίο πρώτα το γέμιζε με θαλασσινό νερό. Η Ίριδα αποκαλείται «ἄγγελος ὠκύς» (Οδύσσεια, π 468 – μ 374). Στον Όμηρο βλέπουμε ότι υπάρχει μια έντονη πάρουσία της θεάς Ίριδας.
Η Ίρις ήταν σύζυγος του θεού Ζέφυρου, ο οποίος είναι ο θεός των ανέμων. Από την ένωση της με τον θεό Ζέφυρο, η Ίρις απέκτησε τον Πόθο (Νόννος, Διονυσιακά ). Σύμφωνα με τον Νόννο, ο Υδάσπης είναι ο αδερφός της Ίριδας (βιβλ. 26, στ. 355-365).

Μετέφερε τα μηνύματά του Δία και της Ήρας είτε σε άλλους θεούς, είτε στους ανθρώπους ή πάλι της ανέθεταν να μεσολαβεί ανάμεσα στους θεούς, κάθε φορά που προέκυπτε κάποιο πρόβλημα.
Αδερφές της θεωρούνταν οι Άρπυιες, που ήταν κι αυτές φτερωτές, ανάλαφρες και αεικίνητες, σαν τον άνεμο και τη θύελλα και ζευγάρωνε με τον Ζέφυρο.
Βασικό της καθήκον ήταν να συμβάλλει στην απονομή δικαιοσύνης, κάθε φορά που ξεσπούσαν καβγάδες ή αντιζηλίες στον Όλυμπο μεταξύ των θεών ή ακόμη σε περίπτωση που κάποιος θεός έλεγε ψέματα. Τότε η Ίριδα έπρεπε να πετάξει ψηλά μέχρι την κατοικία της Στύγας, εκεί όπου ο Ουρανός στηριζόταν πάνω σε ασημένιες κολόνες. Από το σημείο εκείνο έπεφτε το περίφημο ιερό νερό της Στύγας, με το οποίο γέμιζε ηΊριδα ένα χρυσό κύπελλο και το πήγαινε στον Όλυμπο. Ο δρόμος που ακολουθούσε στον ουρανό για να μεταφέρει από τη Στύγα σε χρυσή υδροχόη, το για τον όρκο των θεών «ιερό ύδωρ» χαρασσόταν επτάχρωμος.
Αν κάποιος θεός ορκιζόταν στο νερό αυτό ψέματα, έπεφτε κάτω αμέσως, χωρίς πνοή και χωρίς να έχει τις αισθήσεις του κι έμενε έτσι για πολύ καιρό. Δεν έτρωγε αμβροσία ούτε έπινε νέκταρ. Στη συνέχεια έμενε για εννιά χρόνια αποκλεισμένος από τα συμπόσια των θεών, καθώς και από την προστασία τους.
Όταν οι θεοί ήθελαν να ορκιστούν ο Δίας έστελνε την Ίριδα να γεμίσει από τη Στύγα, τη μαύρη πηγή του Άδη, το χρυσό της ποτήρι. Έχυναν το νερό στη γη και ορκίζονταν στα νερά της Στύγας και ο όρκος τους ήταν πια αμετάκλητος.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Έντεκα Απαντήσεις Αρχαιας Ελληνικής Θεολογίας


Έντεκα Απαντήσεις Ελληνικής Θεολογίας απο την ιστιοσελιδα Ελληνική Θεολογία Άρθρα και αναλύσεις περί της αρχαίας ελληνικής θεολογίας

1) Τι πιστεύετε πως ήταν οι θεοί για τους Αρχαίους Έλληνες; Δυνάμεις της φύσης; Διδακτικές αλληγορίες ή κάτι άλλο;

Καταρχήν όπως μας πληροφορεί ο Πρόκλος στα σχόλια του στον Κρατύλο στο 126, η λέξις Θεός είναι λογικό να αποδίδεται όχι μόνο στα εμφανή αλλά και στα υπερουράνια στα νοητικά και νοητά αίτια. Ως ιδιότητες τους οι Θεοί έχουν το αδιαίρετο, το αδιαφοροποίητο, το ενωμένο, το αγέννητο. Ως αγέννητοι λοιπόν υπάρχει η σειρά των πρώτων των ενδιάμεσων και των τελευταίων προόδων και υπεροχές και υποβαθμίσεις των δυνάμεων καθώς και ενιαίες συνενώσεις από τα αίτια και πολύμορφες γεννήσεις των αιτιατών και όλα έχουν λάβει υπόσταση το ένα μέσα στο άλλο, ενώ παραλλάσσει ο τρόπος της υπόστασης και άλλα υπάρχουν πριν από τα κατώτερα συμπληρώνοντας τα και άλλα επιθυμούν τα τελειότερα γεμίζοντάς τα απ’ αυτά και συμμετέχοντας στην δύναμη των ανωτέρων τους γεννούν τα κατώτερα τους και τελειοποιούν την ύπαρξιν τους. (Πρόκλος,Κατά Πλάτωνα Θεολογία Βιβλίο Α 121.25 ).

2) Αν οι Θεοί είναι οντολογικές Υπάρξεις τότε ποιά είναι η φύσις τους; Αναπνέουν σκέπτονται και ζουν όπως περίπου οι άνθρωποι; Ή πρόκειται για όντα που η βιολογία τους δεν θα μας γίνει ποτέ γνωστή;

Οι Θεοί ως αγέννητοι δεν μπορεί να είναι οντολογικές υπάρξεις γιατί ότι γεννιέται πεθαίνει. Άρα σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να τους συγκρίνουμε με το ανθρώπινο είδος. Ο δικός μας νους δεν μπορεί να αντιληφθεί τι ακριβώς είναι, όμως μπορούμε να πλησιάσουμε στην κατανόησή τους μέσω των κειμένων της υψίστης Ελληνικής Θεολογίας. Έτσι ο Πρόκλος στο βιβλίο του (Περί κατά Πλάτωνος Θεολογία βιβλ. Α 89.21) μας λέει ότι το Θείον είναι αμετάβλητο κλεισμένο στον Εαυτόν του με το συνηθισμένο του τρόπο. Οι Θεοί έχουν αυτάρκεια, είναι ανέπαφοι και παραμένουν πάντοτε ίδιοι. Δεν μπορούν να μεταβληθούν προς το καλύτερο γιατί μέσα τους έχουν το ΑΠΟΛΥΤΟ ΑΓΑΘΟΝ, με την δικήν τους φύσιν είναι αυτάρκεις και δεν έχουν έλλειψη κανενός από όλα τα αγαθά, ποτέ δεν μετακινούνται σε κατώτερη θέσιν διότι παραμένουν σταθεροποιημένοι στην δική τους περιοχή και διαφυλάσσουν αμετάβλητη την τελειότητά τους διαρκώς, είναι δε ίδιοι και όμοιοι.

3) Οι Θεοί των Αρχαίων αντικαταστάθησαν από καινούργιες μορφές λατρείας. Τι απέγιναν όμως οι Θεοί των παλαιών; Αφομοιώθηκαν, έσβησαν από την μνήμη μας ή εγκατέλειψαν την ανθρωπότητα;

Οι Θεοί των αρχαίων μπορεί να αντικαταστάθησαν με πολύ βία, ποταμούς αίματος και καταστροφές των ναών από καινούργιες δημιουργημένες ανθρώπινες μορφές λατρείας, όμως στην ουσία δεν μπόρεσαν ποτέ να σβηστούν από την μνήμη μας και ούτε φυσικά εγκατέλειψαν την θεϊκή τους θέση, διότι ο νοητικός κόσμος όπου ανήκουν όντας αυτάρκης και αμετάβλητος έχει εδραιώσει το καθολικό του αγαθό μέσα στην αιωνιότητα και όπως μας πληροφορεί ο Πλάτων στον Πολιτικό 269 d: «Το να διατηρείται κάτι πάντοτε ίδιο και παρόμοιο ταιριάζει μόνο στα ΘΕΊΑ πάνω απ’ όλα«.
Οι Θεοί λοιπόν από τον Εαυτόν τους εξήρτησαν τις αιτίες της διατηρήσεως τους, την ίδια κατάσταση πάντα και διαφυλάσσουν ίδια την Δική τους Υπαρξη με βάση την ενότητά τους, η οποία έχει καταστεί ΑΣΥΛΛΗΠΤΗ. (Κατά Πλάτωνος Θεολογία Πρόκλου βιβλ. Α 92-93-94).
Εξ’ άλλου δεν υπάρχει τίποτε ασθενικό και αδρανές στον κόσμο των θεών, αλλά τα πάντα είναι εκεί ενεργά και είναι ζωές ζέουσες που ενεργούν αιωνίως (Πρόκλος εις Κρατυλλον127). Άρα δεν εγκατέλειψαν την ανθρωπότητα, είναι εκεί διαχέοντας τις ενέργειες τους.

4) Σήμερα πολλοί άνθρωποι υποστηρίζουν ότι βλέπουν στα όνειρα τους ή σε οράματα ξανά τους αρχαίους Θεούς. Πιστεύετε πως αυτό μαρτυρά μια υπαρξιακή κρίση στην κοινωνία μας ή οι Θεοί επιστρέφουν και προσπαθούν να επικοινωνήσουν ξανά μαζί μας;

Οι Θεοί δεν έχουν ανάγκη να επιστρέψουν διότι δεν έφυγαν ποτέ όπως εξηγήσαμε στην προηγούμενη ερώτηση μέσω των κειμένων. Οι ίδιοι οι θεοί βρίσκονται σε περιοχές απροσπέλαστες απλωμένοι πάνω από τα πάντα και αιώνια «επιβαίνοντας» σε όλα τα όντα και οι λάμψεις στα κατώτερα όντα οι οποίες προέρχονται από αυτούς σε πολλά σημεία αναμεμειγμένες με αυτά που συμμετέχουν σε αυτές, τα οποία είναι σύνθετα και ποικιλόμορφα γεμίζουν από την όμοια με αυτά ιδιότητα. (Θεολογία Πρόκλου 96). Άρα αυτοπροσώπως όπως θα λέγαμε δεν μπορούν να παρουσιασθούν σε εμάς ούτε ακόμη και στα όνειρά μας. Αυτό το κάνει η ψυχή μόνη της όταν ελευθερώνεται από τα δεσμά του σώματος κατά την διάρκεια του ύπνου έχοντας σφοδρή την επιθυμία να έχει επαφή με το θείον λόγω της μνήμης που έχει όταν κάποτε όπως μας πληροφορεί ο Φαίδρος ακολούθησε το άρμα των θεών και αντίκρισε τον υπερουράνιο τόπο.

5) Αν οι θεοί υπάρχουν τότε με πιο τρόπο μπορεί να επικοινωνήσει κάποιος μαζί τους; Για να επικοινωνήσει κανείς με τους ίδιους τους θεούς στην παρούσα κατάσταση που βρίσκεται ο καθένας μας.

Είναι αδύνατον. Πρέπει λοιπόν όλοι μας να μελετήσουμε με σεβασμό την φιλοσοφία και την μυθολογία, να κατανοήσομε πολύ καλά τις έννοιες και τις ενέργειες που υπάρχουν εκεί, να καθάρουμε τον ψυχικό μας κόσμο από τις επιθυμίες, τις κακότητες και τα θέλω μας, να γνωρίσομε καλά τον εαυτόν μας σύμφωνα με το δελφικό παράγγελμα, να αποβάλουμε την διπλή άγνοια (όπως μας συμβουλεύει ο Σωκράτης στον διάλογο Αλκιβιάδης), να οργανώσουμε το νου μας και τις ενέργειες μας σύμφωνα με την Αρετή και τις ιδιότητες της (φρόνηση, σωφροσύνη, ανδρεία, δικαιοσύνη), να κατανοήσουμε την δημιουργία παρατηρώντας την φύση και το ουράνιο στερέωμα που μας περιβάλει και έχει να μας πει πολλά και τότε με πολύ αργά βήματα ο νους της ψυχής θα αρχίσει να ανελίσσεται στο νοητικό πεδίο για να επικοινωνήσει όχι φυσικά με τους θεούς αλλά με το αμέσως ανώτερο γένος από εμάς -το γένος των δαιμόνων- όπου εκεί βρίσκεται και δικός μας δαίμων. (Πολιτεία Πλάτωνος και ανάλυση του Πρόκλου εις τας Πολιτείας Πλάτωνος).